ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάθαρση στον «πάγο»

Αναμενόταν για μέρες. Πάνω του είχαν στηριχθεί οι ελπίδες πολλών για την κάθαρση – την αποκάλυψη και τιμωρία όσων ευθύνονται για το μέγεθος της καταστροφής στη ΒΑ Αττική. Μικρή, ίσως επιφανειακή (αφού οι μεγάλες ευθύνες «κουκουλώνονται» και οι ευρείες αποπροσωποποιούνται), αλλά κάθαρση. Το πόρισμα, λοιπόν, που συνέταξε ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης κ. Λ. Ρακιντζής ήρθε, αλλά όχι στο προσκήνιο, ο σοβαρός επίλογος στην τραγωδία πια δεν χρειαζόταν. Το εσπευσμένο τέλος στο δράμα έδωσαν οι «ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις», δηλαδή η πολυαναμενόμενη προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Αχρείαστα τα συμπεράσματα για τα λάθη που έγιναν από συγκεκριμένες υπηρεσίες (και τους επιτελείς τους) -κακή εκτίμηση της κατάστασης, αργοπορημένη αντίδραση, ασυνεννοησία- τις κρίσιμες ώρες της πυρκαγιάς. Η παράδοση του πορίσματος έγινε κατά τις πυρετώδεις ώρες προ του πρωθυπουργικού διαγγέλματος και η απόδοση ευθυνών, ώστε το θέμα κάπως να κλείσει, μπήκε στο «ψυγείο». Εισήλθαμε στην προεκλογική μεσοβασιλεία της κρατικής παραλυσίας.

Και στόμωσε ο βρόντος της παταγώδους αποτυχίας του ριψοκίνδυνου μοντέλου που ακολουθούμε για τις δασικές πυρκαγιές, να υπολογίζουμε εμπράκτως μόνο στην καταστολή, ενώ θεωρητικολογούμε διαρκώς και για πρόληψη. Εχει σταθεί αδύνατο να πάρουμε το παραμικρό μέτρο, θεσμικό (δασολόγιο, δασικοί χάρτες κ.ά.) ή τεχνικό (ποτέ δεν υπάρχουν χρήματα και προσωπικό για τη φροντίδα του δάσους). Κι όταν έρθει εκείνη η κακή ώρα, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, γιατί είναι δύσκολο τα «κακομονταρισμένα» κομμάτια του μηχανισμού να λειτουργήσουν και η αντίδραση να είναι ορθή και ταχεία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλην της πατρογονικής μας αδυναμίας ο κάθε ιθύνων να θέλει να κάνει το δικό του, υπήρχε και μια άλλη παράμετρος (σχετικά με τη χωροθέτηση του ΧΥΤΑ στο Γραμματικό) που ίσως περιέπλεξε περαιτέρω τη δύσκολη έτσι κι αλλιώς υπόθεση της κατάσβεσης – η πυρκαγιά δεν ελέγχεται όταν πάρει διαστάσεις με κακές καιρικές συνθήκες.

Αλλά εμείς έτσι είμαστε, επιλέγουμε πάντα τη στενή πύλη του «παρά πέντε», του «άσ’ το και βλέπουμε», της βολικής διαχείρισης χρήματος και ανθρώπων με βάση τις μικροπολιτικές, μικροκομματικές, προσωπικές προτεραιότητές μας ως τοπικοί άρχοντες ή επιτελείς, κι όταν φτάσει «ο κόμπος στο χτένι» απλώς καιγόμαστε. Είναι ανθρωπίνως αδύνατο να σταματήσεις τη φωτιά, όσους μάρτυρες ή ήρωες κι αν διαθέτεις, όταν κάτω από τα δέντρα έχει σωρευτεί μπόλικη εύφλεκτη ύλη – μια πυκνή μάζα από ξερά χόρτα, σκουπίδια, κλαδιά (αυτός που λαθροϋλοτομεί δεν τα περιμαζεύει)· όταν τα δέντρα δεν έχουν αραιωθεί, όταν σχεδόν πουθενά δεν έχει καθαριστεί ο χώρος πέριξ του οδικού δικτύου και των χωματερών. Ωστε η σπίθα κάπου να σταματήσει, η φωτιά κάπως να επιβραδυνθεί. Και καθώς εγκληματικά αδιαφορούμε (για το πού θα καταλήξει η γόπα), ή διά πυρός καταπατούμε, ασκούμε πίεση, εκβιάζουμε εξελίξεις, εκδικούμαστε είναι βέβαιο ότι θα καταστραφούμε.

Ζωσμένοι πλέον στις φλόγες εκλιπαρούμε για τον «από μηχανής» θεό. Ομως τέτοιοι θεοί δεν υπάρχουν να κάνουν το θαύμα κι εκείνοι που υπάρχουν (Πυροσβεστική) έχουν τα όρια και τα προβλήματά τους.