ΑΠΟΨΕΙΣ

Εποχή για σημαιάκια, πόλωση και… γκάφες

Δεν πρόκειται για καινούργιο φαινόμενο. Τον παλιό εκείνο τον καιρό, ο Μιλτιάδης Εβερτ εν μέσω προεκλογικής συγκέντρωσης άκουσε τους Καρδιτσιώτες να του φωνάζουν «Ε-βερτ! Ε-βερτ!», κι εκείνος τους απάντησε εκστασιασμένος «Κα-ρδί-τσα! Καρ-δί-τσα». Στην πρόσφατη πολιτική ιστορία, πάλι, ο Γιώργος Παπανδρέου βγήκε στο μπαλκόνι της συμπρωτεύουσας κι έδωσε μήνυμα – εντολή στους Θεσσαλονικείς: «την Κυριακή, όλοι στις… κάλτσες!». Στα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο χαριτωμένες στιγμές πολιτικού σουρεαλισμού, ουδείς μπορεί να μετρήσει πόσες άλλες προεκλογικές γκάφες συντελέστηκαν, ούτε και πόσο κόστισαν σε μονάδες δημοτικότητας. Το μόνο βέβαιον είναι πως από τώρα και μέχρι τις 4 Οκτωβρίου, ο αριθμός θα αυξηθεί. Γιατί όπως λέει κι ένας απ’ τους ανθρώπους που πέρασαν πολλά χρόνια απ’ τη ζωή τους προετοιμάζοντας προεκλογικές εκστρατείες, «όταν ξεκινά η προεκλογική περίοδος, τρία πράγματα μπορείς να περιμένεις. Σημαιάκια, πόλωση, και… γκάφες».

Εξυπακούεται, βέβαια, πως απ’ τη στιγμή που η γκάφα θα συντελεστεί, ισχύει το άλλο καταπληκτικό που είπε στο συγκεντρωμένο πλήθος ο Γ. Παπανδρέου: «Ή βουλιάζουμε, ή… βουλιάζουμε!». Οπως γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους οι επικοινωνιολόγοι των κομμάτων που έφθασαν πολύ κοντά στο να τους θυροκολληθεί η απόλυση, για να καταλήξεις σε μια μεγαλειώδη γκάφα, ένας μόνο κανόνας υπάρχει: να ξεκινήσεις με τις καλύτερες των προθέσεων! Εκείνο το πρωινό λίγο πριν από τις τελευταίες ευρωεκλογές ας πούμε, που ο διαφημιστής μπήκε στη Ρηγίλλης, πάτησε το «on» στο dvd κι έβαλε το νέο σποτ να παίζει, το γαλάζιο στρατόπεδο εκστασιάστηκε. Επρόκειτο για μια αλληγορική προσέγγιση του κόσμου των ζώων: κάτι χαριτωμένα, πράσινα παπαγαλάκια είχαν μεταλλαχθεί σε πτηνά τόσο ενοχλητικά, που μόνο τα «πουλιά» του Χίτσκοκ θα μπορούσαν να τα συναγωνιστούν.

Οι ψηφοφόροι

Επρεπε πρώτα το σποτ να πετουρίσει στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης για να καταλάβουν διαφημιστές και επικοινωνιολόγοι πως κάτι δεν πάει καλά. Βλέπετε, η ανταπόκριση των ψηφοφόρων ήταν τέτοια, που τον ρόλο της δύστυχης Τίπι Χέντρεν καθώς τη ραμφίζουν ακατάπαυστα σα να ‘ταν καναβούρι, αντί να τον παίξει ο Γ. Παπανδρέου, βρέθηκε να τον ερμηνεύει ο Κ. Καραμανλής!

Και καθώς οι γαλάζιοι επικοινωνιολόγοι πάλευαν να μαζέψουν τους παπαγάλους στα κλουβιά τους προτού φάνε κι άλλες μονάδες απ’ την παράταξη, ήρθε απρόσμενη χείρα βοηθείας απ’ το πράσινο στρατόπεδο. Ισοφαρίζοντας το σκορ γκάφας, ο Γ. Παπανδρέου ανέκραξε εκείνο το υπέροχο «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;». Ατυχώς για τον επαναστατημένο κύριο Παπανδρέου, οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, αυτοί που είθισται ν’ ανοιγοκλείνουν την ψαλίδα των εκλογών, δεν είδαν πολύ θετικά αυτό το «βαρβαρότητα». Οπότε οι πιθανότητες λένε πως στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο μάλλον ο κ. Παπανδρέου δεν θα ξεσηκώσει εκ νέου τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Αλλά πάλι, ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Κυρίως γιατί οι προεκλογικές γκάφες έχουν το ιδίωμα της φαρσοκωμωδίας: όλα μπορούν να συμβούν! Η πιο διδακτική ιστορία που θα μπορούσε να ανασύρει κανείς απ’ το γκρίζο διαφημιστικό χρονοντούλαπο, ας πούμε, είναι εκείνη του Γιάννη Τζαννετάκου το 2002, τότε που ονειρευόταν την υπερνομαρχία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την ιστορία του λαγού με τη χελώνα σε εκλογική επανέκδοση με το τζαννετακικό τζιπ σε ρόλο λαγού, και τη Φώφη Γεννηματά ως cinquecento – χελώνα. Οταν πια ο μύθος έφτασε στο τέλος του, και το τζιπ δεν έφθασε ποτέ στο φώτο φίνις, ο άνθρωπος που θα γινόταν υπερνομάρχης ρωτήθηκε αν έφταιγε το σποτ. Κι απάντησε μ’ αυτό το πελαγωμένο ύφος που μόνο ο συνονόματος του, ο Αλέκος Τζαννετάκος των ελληνικών ταινιών θα μπορούσε να μιμηθεί: «βρε παιδιά…», ψέλλισε ο Γιάννης Τζαννετάκος. «Τι να σας πω; Εγώ δεν ξέρω ούτε καν να οδηγώ!».

Η κ. Φώφη Γεννηματά απ’ την άλλη πλευρά, που επωφελήθηκε της διαφημιστικής γκάφας, σύντομα θα γνώριζε και την άλλη όψη του νομίσματος. Συγκεκριμένα, το νόμισμα των εκλογών γύρισε και την πλάκωσε στις εκλογές του 2007, με τη βοήθεια του Γ. Παπανδρέου. Ο οποίος, όπως γίνεται σε όλες τις αξιομνημόνευτες γκάφες, ξεκίνησε με κάθε καλή πρόθεση: ήθελε απλώς να βάλει την κ. Γεννηματά επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας. Ατυχώς γι’ αυτόν, διαφωνούσε ο… Αρειος Πάγος, κυρίως γιατί η Φ. Γεννηματά ήταν ήδη υπερνομάρχης. Για κακή του τύχη, αυτό ο κ. Παπανδρέου το συνειδητοποίησε με διαφορά φάσης: λίγο μετά που είχε ανακοινώσει το ψηφοδέλτιο, και τη στιγμή ακριβώς που όρμησε να τον κατασπαράξει το συνταγματικό δίκαιο. Θα θυμάστε το αλαλούμ που ακολούθησε, με τους συνταγματολόγους να τριγυρνούν στα κανάλια και την κ. Γεννηματά ν’ αναρωτιέται τι θ’ απογίνει. Κι αν εσείς το έχετε ξεχάσει, στο γαλάζιο στρατόπεδο το θυμούνται καλά. Γαιτί όπως κάθε πολιτικός μπορεί να σας διαβεβαιώσει, κάθε γκάφα του αντιπάλου αποτελεί γι’ αυτόν μια γλυκιά, αγαπημένη ανάμνηση…