ΑΠΟΨΕΙΣ

Οψεις

Η καινούργια βιογραφία της Μύριελ Σπαρκ, γραμμένη από τον Μάρτιν Στάναρντ, μου έφερε στο μυαλό αναμνήσεις γευμάτων κάτω από τον ήλιο του Τραστέβερε πριν από 30 χρόνια, αλλά επίσης με έκανε πάλι να σκεφτώ το πρόβλημα της λογοτεχνικής βιογραφίας. Γιατί ορμάμε με τόση απληστία μέσα στη ζωή συγγραφέων και άλλων ανθρώπων της τέχνης – και πόσο ωφελεί να το κάνουμε αυτό;

Παρ’ ότι δεν την γνώριζα πολύ καλά και παρ’ ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’70 η Μις Μύριελ Σπαρκ δεν ήταν στο άνθος της*, την συμπαθούσα και χαιρόμουν να τη βλέπω στην Τοσκάνη ή στη Ρώμη. Χάσαμε την επαφή μας, όπως συχνά συμβαίνει σε όλους, χωρίς να έχουμε ψυχρανθεί, όπως συνέβαινε συχνά σ’ εκείνη. Οι συγγραφείς τείνουν ενίοτε να είναι εριστικοί και αντιπαθητικοί και η Σπαρκ «μεταχειριζόταν τους ανθρώπους σαν χαρτομάντιλα», όπως είχε πει ο Βεντ Μέτα. «Τον απεχθάνομαι βαθύτατα», είπε κάποτε η Σπαρκ για έναν άνδρα με τον οποίο πριν από λίγο ήταν ερωτευμένη. Αποκαλούσε τον πιστό της εκδότη, τον Αλαν Μακλίν, «απερίγραπτα βρωμερό ψεύτη» και πολύ λίγοι φίλοι τής είχαν απομείνει στο τέλος της ζωής της.

Σε μια άλλη καινούργια βιογραφία μαθαίνουμε ότι ο Ουίλιαμ Γκόλντινγκ εξομολογήθηκε κάποτε ότι επιχείρησε να βιάσει μια 15χρονη μαθήτρια. Το βιβλίο του Τζον Κάρεϊ έχει τον υπότιτλο «Ο άνθρωπος που έγραψε τον» Αρχοντα των μυγών»» · ο Γκόλντινγκ μπορεί τώρα να μείνει στη μνήμη μας σαν ένας επίδοξος βιαστής. Αυτό έχει ήδη συμβεί με τον Αρθουρ Κέσλερ, έπειτα από μια βιογραφία που, πριν από κάμποσα χρόνια, τον εξέθεσε όχι σαν επίδοξο αλλά σαν «ενεργό» θιασώτη της σεξουαλικής βίας.

Αν κρίνουμε από τις λίστες των μπεστ σέλερ, υπάρχει στο κοινό μεγάλη όρεξη για το φρικαλέο και το σκανδαλιστικό ή ακόμα και γι’ αυτό που ο Λα Ροσφουκό αποκαλούσε «η ευχαρίστηση που αντλούμε από τις ατυχίες των άλλων».

Η όρεξη αυτή τρέφεται σήμερα με ανησυχητικό τρόπο από το είδος εκείνο πεζογραφίας που στους επαγγελματικούς κύκλους είναι γνωστό ως «απομνημονεύματα της μιζέριας» ή, όπως το έχει κατηγοριοποιήσει η αλυσίδα βιβλιοπωλείων Waterstone, «painful lives» («ζωές γεμάτες πόνο» ή «οδυνηρές βιογραφίες»).

Στην περίπτωση των βιογραφιών με λογοτεχνικές αξιώσεις και θέμα σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Η έλξη που ασκεί μια τέτοια βιογραφία εξηγείται από κάτι που είπε κάποτε ο Χανς Κέλερ: Οι μεγάλοι καλλιτέχνες πάντα είναι κάτι λιγότερο ως άνθρωποι και έχουν κάνει κάτι περισσότερο ως δημιουργοί απ’ όσο θέλει να πιστεύει το κοινό.

Οι μεγάλοι αυτοί καλλιτέχνες μάς μοιάζουν κατά το ότι είναι καμωμένοι από σάρκα και οστά, με τις δικές μας λαχτάρες και αδυναμίες και κακοήθειες. Ως ανθρώπινα πλάσματα είναι «μικροί», γι’ αυτό μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί τους. Εκείνο όμως που έκαναν ως καλλιτέχνες είναι πολύ πάνω από μας και μπορούμε να το δούμε μόνο με ταπεινοφροσύνη. Μπορούμε να γελάσουμε χαιρέκακα με το γεγονός ότι ο Βάγκνερ ήταν κακότροπος, να σηκώσουμε το φρύδι μας μαθαίνοντας ότι έσβηνε από τον χάρτη τους φίλους του των οποίων είχε ξελογιάσει τις γυναίκες ή ότι θύμιζε στις καμαριέρες που του άρεσαν να φορέσουν κόκκινη κιλότα την άλλη φορά που θα τις συναντούσε. Εκείνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να μπούμε στο μυαλό του ανθρώπου που έγραψε τον Τριστάνο, γιατί βρίσκεται σε ένα επίπεδο δημιουργικότητας διαφορετικού είδους, αν όχι βαθμού, από το δικό μας.

Το ίδιο και με τον Σαίξπηρ. Δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν, παρ’ ότι ξέρουμε πως ήταν ο Σαίξπηρ. Τίποτα δεν απεικονίζει πιο καλά το χάσμα ανάμεσα στο «ήταν» και στο «έκανε» από τη γελοία πεποίθηση, που προώθησε ο Ινοχ Πάουελ μεταξύ άλλων, ότι τα θεατρικά του έργα πρέπει να γράφτηκαν από άλλο χέρι, καθώς ένας επαρχιώτης από το Στάνφορντ αποκλείεται να έγραψε με τόσο βαθιά γνώση της εξουσίας, της ζωής και του θανάτου. Κι όμως, το έκανε, επειδή ήταν μεγαλοφυΐα (και ο Πάουελ δεν είναι).

Ούτε για την Τζέιν Οστεν ξέρουμε πολλά, πέρα από το ότι ήταν η γεροντοκόρη αδελφή ενός ιερέα η οποία πέρασε μια ακύμαντη ζωή. Απλώς έτυχε να γράψει μερικά αψεγάδιαστα αριστουργήματα, τα οποία στηρίχθηκαν όχι στην εμπειρία, αλλά στη φαντασία. Αυτό σημαίνει μεγαλοφυΐα.

Ακόμα κι όταν η ζωή ενός συγγραφέα είναι καλύτερα τεκμηριωμένη, δεν βοηθάει ιδιαίτερα. Ο Ντίκενς είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση: όσο περισσότερα μαθαίνουμε γι’ αυτόν, τόσο λιγότερο τον συμπαθούμε, παρ’ όλο που επιφανειακά ήταν διασκεδαστικός τύπος. Το ίδιο ήταν και ο Γκράχαμ Γκριν και ο Φίλιπ Λάρκιν. Αλλά το να πούμε ότι είχαν τις σκοτεινές πλευρές τους θα ήταν λίγο. Ωφελεί καθόλου, όμως, να μάθουμε για τις μισαλλόδοξες απόψεις στις επιστολές του Λάρκιν ή για την ενθουσιώδη τάση του Γκριν «να διαπράττει μοιχεία πίσω από κάθε άγια τράπεζα στην Ιταλία»;

Ολοι τους ήταν λιγότεροι και έκαναν περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να καταλάβουμε. Εκείνο που μετράει δεν είναι οι κοινές ανθρώπινες αδυναμίες τους, αλλά τα εντελώς ασυνήθιστα χαρίσματά τους. Το σημαντικό όσον αφορά τον Βάγκνερ δεν είναι οι κόκκινες κιλότες αλλά η μουσική· εκείνο που μετράει για τον Λάρκιν δεν είναι οι προκαταλήψεις του, αλλά τα υπέροχα ποιήματά του. Κι εκείνο που μετράει για τη Μύριελ Σπαρκ δεν είναι οι μίζερες κακίες της ούτε άλλωστε το χαρούμενο γεύμα μας στη Ρώμη, αλλά αυτό που έκανε. Κάποτε, μέσα σε διάστημα πέντε μόνο χρόνων, καθισμένη σε μια σοφίτα στο Κάμπεργουελ, έγραψε μερικά θαυμάσια βιβλία. Μπορώ να ξεχάσω τις κακίες και τα μίση, αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω το «Memento Mori» και την «Μπαλάντα του Πέκαμ Ράι» – ποιος μπορεί;

Ο αρθρογράφος κάνει λογοπαίγνιο με τον τίτλο του γνωστού μυθιστορήματος της Μύριελ Σπαρκ «Η μις Μπρόντι στο άνθος της ηλικίας της», που έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια τη Μάγκι Σμιθ.