ΑΠΟΨΕΙΣ

Η άλλη Αριστερά

Προσπαθούσα να ταξινομήσω τις εκφράσεις θυμού, οργής, θλίψης, ειρωνείας και απογοήτευσης των φίλων και γνωστών που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις -θρίλερ στον χώρο του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ το περασμένο Σαββατοκύριακο. Παράπονα παλιά και νέα, απογοητεύσεις σημερινές και παμπάλαιες, οι γενιές της πάλαι ποτέ Ανανεωτικής Αριστεράς έψαχναν λόγους που να μην ακούγονται ακυρωμένα όσα κάποτε τους γοήτευαν και τους ενέπνεαν. Για άλλη μια φορά αυτός ο χώρος συζητιέται από όλους – κατάκτηση παλιά αυτή, όταν κάποτε όλοι μιλούσαν για τις ιδέες του, οι πολλοί τον σέβονταν κι ας τον ψήφιζαν ελάχιστοι. Συζητούσαν όμως τις προτάσεις του, τις ρηξικέλευθες ερμηνείες της κοινωνίας, τις προωθημένες προτάσεις για τα κοινωνικά ζητήματα της συγκυρίας.

Αυτή τη φορά αυτός ο χώρος (ή μάλλον η σημερινή του μετεξέλιξη) είναι στα πρώτα θέματα των ειδήσεων, κυριαρχεί στις συζητήσεις σε χώρους εργασίας ή ψυχαγωγίας, απασχολεί τους πολιτικούς σχολιαστές, αλλά χωρίς τον παλιό θαυμασμό. Και χωρίς ίχνος σεβασμού από κάποιους. Ισως γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι, μερικοί από τους οποίους έχουν πάψει να τον ψηφίζουν -θύματα παλαιότερων συγκρούσεων, διασπάσεων και απογοητεύσεων- περιμένουν πάντα από αυτό τον πολιτικό χώρο και τους επιγόνους του να αρθεί πάνω από τις κυρίαρχες πολιτικές συμπεριφορές, να μπολιάσει ξανά τη δημόσια συμπεριφορά μ’ έναν άλλον πολιτισμό που να διαμορφώνει τα κριτήρια και να διαπαιδαγωγεί τα πολιτικά ήθη. Αντ’ αυτού παρακολουθεί, σε μικρή κλίμακα, τους ηγεμονισμούς, τις υπονομεύσεις, τη διγλωσσία, ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει το δημόσιο ήθος της πολιτικής τα τελευταία χρόνια.

Τα δημοσιεύματα και οι ειδήσεις αναπαράγουν δηλώσεις, ψηφοφορίες, προοπτικές. Σε κάποια στιγμή είναι όλα ανοιχτά: οι εφημερίδες στον καναπέ, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο. Δεν βγαίνει άκρη. Τα κλείνω όλα και ψάχνω τα παλιά μου cd. Διαλέγω ένα του Σαββόπουλου και σαν να ήταν βαλτός τον ακούω να τραγουδάει:

«Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη,/ στο όνειρό μου τους είδα/ ζωντανούς/ κι άστραψε τ’ όνειρο σαν/ δαχτυλίδι/ που ήρθε να ντύσει πάλι τους/ γυμνούς./ Ανησυχούσα μην καταλάβουν/ πως ήταν πεθαμένοι από καιρό/ το ανεμίστηκαν και για να με/ προλάβουν/ με πλύναν μ’ ένα γέλιο καθαρό./ Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη/ μου αίφνης; / Μαζί τους ήμουνα στην άλλη/ Αριστερά/ που είδε τον κόσμο σαν έργο/ τέχνης/ με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά. / (…) Είδα τους φίλους, τα πρόσωπα/ όλα, / την Ιπποκράτους, τη θάλασσα/ μακριά, / τα σκαλοπάτια του Αϊ-Νικόλα,/ καρέκλες άδειες στο υπαίθριο/ σινεμά».

Ισως η ποίηση να το είχε δει νωρίς το πρόβλημα αυτού του χώρου. Κι ίσως εδώ ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία: ότι άφησε πίσω του, μακριά, πολύ μακριά, την ποίηση. Της ζωής και της πολιτικής.