ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ιστορία διώκει τη Γερμανία

Στις 19 Οκτωβρίου 1977, μόλις μία νύχτα μετά την αυτοκτονία των ηγετικών στελεχών της γερμανικής οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» (RAF), Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Ενσλιν και Γιαν Καρλ Ράσπε, ο γλύπτης, Γκέρχαρντ Χαλμπρίτερ, έφτιαξε τα εκμαγεία των προσώπων τους. Είχε λάβει την έγκριση του πατέρα της Ενσλιν να εισέλθει στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Σταμχάιμ και να κατασκευάσει τις νεκρικές μάσκες από γύψο. «Οι τρεις εγκληματίες» ήταν ο τίτλος που έδωσε ο (μακαρίτης σήμερα) καλλιτέχνης στο έργο του. Ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν την ύπαρξή τους μέχρι το περασμένο Σαββατοκύριακο, οπότε ο έμπορος έργων τέχνης, Αντρέας Αλμπρεχτ, ανακοίνωσε την απόκτησή τους. Οι αντιδράσεις στην είδηση είναι ποικίλες, τα ΜΜΕ άρχισαν να τηλεφωνούν ασταμάτητα στον Αλμπρεχτ και να τον ρωτούν μακάβριες λεπτομέρειες για τις μάσκες, κάποιοι πολίτες εξοργίστηκαν που ορισμένοι εξακολουθούν να πλουτίζουν χάρη σε «τρομοκράτες με αιματοβαμμένα χέρια», ενώ πολλοί ιδιώτες προσφέρουν αστρονομικά ποσά για να αποκτήσουν τα ιστορικά εκμαγεία. Ο Αλμπρεχτ διαπραγματεύεται με αρκετά μουσεία της Γερμανίας, αλλά μέχρι στιγμής το Σπίτι της Ιστορίας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας στη Βόννη έχει απορρίψει την ιδέα να συμπεριληφθούν οι νεκρικές μάσκες της RAF στο κεφάλαιο για τον γερμανικό χειμώνα του 1977.

Η ανακάλυψη των εκμαγείων και η δημοσιότητα γύρω από την τύχη τους αντανακλά την εμμονή, στα όρια του φετιχισμού, που έχει καταλάβει τη γερμανική κοινή γνώμη με τη RAF. Οχι αναίτια, αφού η δράση της οργάνωσης ερευνάται ακόμη από τις αρχές και νέα στοιχεία έρχονται διαρκώς στη δημοσιότητα. Στα τέλη Αυγούστου η γερμανική αστυνομία συνέλαβε ένα πρώην μέλος της ομάδας, την 57χρονη Βερένα Μπέκερ, με την κατηγορία της συμμετοχής στη δολοφονία του γενικού ομοσπονδιακού εισαγγελέα, Ζίγκφριντ Μπούμπακ. Το DΝΑ της 57χρονης σήμερα Μπέκερ βρέθηκε να ταιριάζει σε ίχνη που εντοπίστηκαν στην επιστολή για την ανάληψη της ευθύνης για τη δολοφονία.

Πριν από λίγες μέρες άρχισε να προβάλλεται στις ΗΠΑ η ταινία «Μπάαντερ Μάινχοφ Κομπλέξ» και οι κριτικές είναι ενθουσιώδεις. Συγκρίνοντας τη γερμανική ταινία με αυτήν του Ανγκ Λι για το Γούντστοκ, ο κριτικός του περιοδικού New Yorker, Αντονι Λέιν, γράφει στο τελευταίο τεύχος: «Οι Αμερικανοί παίζοντας γυμνοί με τα παιδιά τους στο White Lake εγκαταλείπουν τις αναστολές τους με τόση ευκολία, σαν να είναι πουκάμισα, ενώ, όταν η οικογένεια Meinhof κάνει το ίδιο στο άνοιγμα της ταινίας Baader Meinhof Komplex, νιώθεις ένα ρίγος από την κυνική απεικόνιση (κατά τα πρότυπα του Ρουσώ) της κοινωνίας που ζητεί να απογυμνωθεί και να εξαγνιστεί με οποιοδήποτε κόστος». Η κάθαρση στη Γερμανία εκκρεμεί ακόμη. Δεν είναι τυχαία η οργή που προκάλεσε στη χώρα η φονική νατοϊκή επιδρομή -με γερμανική διαταγή- της περασμένης Παρασκευής στο Αφγανιστάν που είχε θύματα δεκάδες αμάχους. Η βίαιη ιστορία της χώρας εξακολουθεί να καθορίζει την εξωτερική της πολιτική.