ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακρινοντας

Σχετικά νέος, ο εκδοτικός οίκος «Ινδικτος» διαθέτει ισχυρή πνευματική ταυτότητα. Διότι στα δώδεκα χρόνια της λειτουργίας του κινήθηκε με εξαιρετική συνέπεια στον χώρο της μελέτης, επιλέγοντας συγγραφείς του διαμετρήματος ενός Τζ. Αγκαμπεν, ενός Ντ. ντε Ρουζμόν και ενός Π. Κονδύλη και θεματικές κρίσιμες, όπως η έννοια της ετερότητας ή η ιδέα του ιερού. Ορισμένοι έτσι από τους τίτλους του προσφέρονται για ανάγνωση οποιαδήποτε στιγμή, χειμώνα – καλοκαίρι, όπως η κλασική μελέτη του Καναδού φιλοσόφου Charles Taylor «Πηγές εαυτού. Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας» (1989, σελ 852, μετ. Ξενοφών Κομνηνός).

Εχουμε καταλήξει να θεωρούμε ότι έχουμε «εαυτούς» όπως έχουμε κεφάλια, χέρια, πόδια. Ομως, η ιδέα ότι «διαθέτουμε» εαυτό, ότι είμαστε «ένας εαυτός» αποτελεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, μια γλωσσική αντανάκλαση του νεωτερικού τρόπου κατανόησης της πραγματικότητας. Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Ασφαλώς όταν το μαμούθ επετίθετο στους ανθρώπους, ο παλαιολιθικός κυνηγός ένιωθε τεράστια ανακούφιση όταν το γιγαντιαίο ζώο συνέθλιβε, αντί για τον ίδιο, τον διπλανό κυνηγό. Η ανθρώπινη, ωστόσο, αίσθηση τού εγώ στην πνευματική και ηθική της διάσταση υπήρξε εντελώς διαφορετική ανάμεσα σ’ εμάς και στους αρχαίους. Αλλιώς εννοούσε το «γνώθι σαυτόν» ο πλατωνικός Σωκράτης και διαφορετικά εμείς. Προκειμένου να απεικονίσει την πορεία μας από την αρχαία αίσθηση του εγώ προς τη νεωτερική αντίληψη του εαυτού, ο συγγραφέας παρακολουθεί τον τρόπο σκέψης των ομηρικών ηρώων και του Πλάτωνα. Και κατόπιν, μέσω του ιερού Αυγουστίνου (4ος – 5ος μ. Χ. αι.) φθάνει στον Μονταίνιο (16ος αι.), στον Καρτέσιο και στον Λοκ (17ος αι.), στους μεταρομαντικούς (19ος αι.) και στους μοντερνιστές του περασμένου αιώνα. Η ηθική θεωρία του Πλάτωνα, εξηγεί ο Charles Taylor, μας φαίνεται πολύ οικεία όταν την περιγράφουμε ως επιδίωξη κυριαρχίας του λογικού πάνω στις επιθυμίες, ως πρόθεση αυτοελέγχου πάνω στις ορέξεις και τα πάθη μας, ως αίτημα αυτοκυριαρχίας. Αρχίζει όμως να φαντάζει παράξενη όταν διαπιστώνουμε ότι για τον Πλάτωνα η κυριαρχία του λογικού προϋπέθετε ότι οι πηγές απ’ όπου ο άνθρωπος αντλεί ηθικό κύρος δεν βρίσκονται μέσα αλλά έξω απ’ αυτόν. Οπως προκύπτει από τη μεγάλη αλληγορία του Σπηλαίου, το ζήτημα-κλειδί ήταν προς τα πού θα είναι στραμμένη η ψυχή, κατά πόσον ως άυλη και αιώνια θα είναι στραμμένη προς ό, τι άυλο και αιώνιο. Σημασία δεν είχε δηλαδή τι συμβαίνει μέσα της, αλλά ο προσανατολισμός της προς μια εξωτερική πηγή φωτός – προς το Αγαθό των αυτοφανέρωτων Ιδεών.

Με τις «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου έχουμε, μερικούς αιώνες αργότερα, μια στροφή προς τα μέσα, καθώς το εσωτερικό του ανθρώπου μετατρέπεται στον τόπο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η συνάντησή του με τον Θεό. Η ριζική όμως στροφή προς την εσωτερικότητα, όπως την εννοούμε σήμερα, πραγματοποιείται με τον Καρτέσιο. Διότι την κοσμική τάξη δεν την ενσαρκώνουν πια οι προϋπάρχουσες πλατωνικές Ιδέες. Η τάξη δεν ανακαλύπτεται, αλλά φτιάχνεται. Η παράσταση της πραγματικότητας πρέπει πλέον να κατασκευαστεί. Με ποιο τρόπο; Αντικειμενικοποιώντας τον κόσμο περιλαμβανομένου του σώματός μας, βλέποντας τον κόσμο και το σώμα μηχανιστικά και λειτουργικά όπως θα τα έβλεπε ένας αμέτοχος παρατηρητής. Ηγεμονία της νόησης για τον Καρτέσιο σημαίνει διαχωρισμός του υποκειμένου από το αντικείμενο και καθυπόταξή του μέσω του λογικού ελέγχου. Ο νέος αυτός ορισμός της κυριαρχίας της νόησης συνεπάγεται και μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το εγώ. Οι πηγές άντλησης ηθικού κύρους εσωτερικεύονται. Οταν το λογικό κατορθώνει να αντικειμενικοποιεί το σώμα, τον κόσμο και τα πάθη του, το ηθικό σθένος δεν αντλείται πια απέξω, αλλά τοποθετείται μέσα μας: αντλούμε το αίσθημα της ανωτερότητάς μας από την αίσθηση της αξιοπρέπειας που αποκτάμε ως έλλογα όντα, από την αίσθηση της αξίας μας ως δημιουργοί – κατασκευαστές. Αποδέσμευση από το σώμα, κατασκευή της πραγματικότητας, αυτάρκεια και αξιοπρέπεια – οι νέες κατακτήσεις του 17ου αιώνα. Ο εαυτός αναβαθμίζεται, ενώ παράλληλα προετοιμάζεται η συνθήκη για τον θάνατο του Θεού. Κι ακόμα οδηγούμαστε στο παράδοξο που, σύμφωνα με τον Charles Taylor, έχουν κατά κόρον σχολιάσει οι Χάιντεγκερ και Μερλό – Ποντί: Στις ακραίες μορφές του υλισμού, η φιλοσοφία εξοστράκισε εντελώς την υποκειμενικότητα, υιοθετώντας με απόλυτο τρόπο την τριτοπρόσωπη οπτική. Πρόκειται για μία από τις καταλήξεις της ίδιας εκείνης διαδικασίας που μέσω του διαχωρισμού υποκειμένου – αντικειμένου επέτρεψε στην υποκειμενικότητα να καταλάβει την απολύτως κεντρική θέση που κατέχει στις μέρες μας με τη διαμόρφωση της πανίσχυρης σημερινής αίσθησης του εαυτού.