ΑΠΟΨΕΙΣ

Η παραλλαγή του αδιεξόδου

Είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να υπάρχει παρά ένας μικρός αριθμός τοποθετήσεων απέναντι στα μεγάλα προβλήματα. Αν θεωρήσουμε ότι η αιτιολόγηση των πρόωρων εκλογών αποτελεί πρόβλημα για τους πρωθυπουργούς, αυτό λύνεται πάντοτε με αξιομνημόνευτη προχειρότητα και αμηχανία. Πίσω από τη συνταγματική «διέξοδο» («εθνικό συμφέρον») κρύβονται λίγο ώς πολύ τα ίδια προσχήματα. Οσο και αν το πνεύμα αναβαπτίζει τα στοιχεία, λίγες είναι οι λιγότερο φθαρμένες λέξεις για έναν και αμετάβλητο πόνο – την εσπευσμένη προσφυγή στις κάλπες.

Μόνο τρεις φορές, στις 12 μεταπολιτευτικές αναμετρήσεις, η βουλευτική περίοδος κράτησε 4 χρόνια ή σχεδόν. Νοέμβριος 1977 – Οκτώβριος 1981. Ιούνιος 1985 – Ιούνιος 1989. Απρίλιος 2000 – Μάρτιος 2004. Στις υπολειπόμενες εννέα έγιναν εσπευσμένα, κυρίως για λόγους «εθνικού συμφέροντος». Τον Νοέμβριο 1977 λόγω Κυπριακού, ελληνοτουρκικών σχέσεων και διαπραγματεύσεων για την είσοδο στην ΕΟΚ, τον Ιούνιο 1985 πάλι λόγω Κυπριακού, ελληνοτουρκικών σχέσεων και αναθεώρησης του Συντάγματος, τον Οκτώβριο 1993 λόγω Σκοπιανού, εξελίξεων στα Βαλκάνια, πορείας της οικονομίας, επικείμενης ελληνικής προεδρίας στην ΕΟΚ (στην πραγματικότητα λόγω αποχώρησης Συμπιλίδη), τον Σεπτέμβριο 1996 πάλι λόγω Κυπριακού και ελληνοτουρκικών σχέσεων (και για πάρει λαϊκή εντολή ο Σημίτης), τον Απρίλιο 2000 λόγω της ένταξης στην ΟΝΕ, τον Σεπτέμβριο 2007 λόγω ενός προϋπολογισμού «ευθύνης και κοινωνικής αλληλεγγύης» και για να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος, τον Οκτώβριο 2009 λόγω διεθνούς οικονομικής κρίσης και της ανάγκης για νωπή λαϊκή εντολή ώστε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Και αναρωτιέται κανείς, δεν θα μπορούσαν αυτά τα μέτρα να ληφθούν χωρίς να γίνουν εκλογές; Και πώς μπορεί το -υπαρκτό- «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» να λυθεί με τη διάλυση της Βουλής; Το καμουφλάζ του αδιεξόδου. Διότι, το τεράστιο έλλειμμα ισοζυγίου και το αστρονομικό δημόσιο χρέος, η μικρή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, η ξεχαρβαλωμένη διοίκηση, τα σε διαρκή αναστάτωση απαξιωμένα ΑΕΙ, αποτελούν μάλλον μια δυσμενή παρά μια ευτυχή συγκυρία για πρόωρες εκλογές. Αυτές δεν λύνουν τέτοια ζητήματα, μόνο προσφέρουν ευκαιρίες σ’ αυτούς που κερδίζουν από την κοινωνική, οικονομική και πολιτική αστάθεια, όταν οι νόμοι περιπίπτουν σε νάρκη, η διοίκηση ασχολείται με τη ρουσφετολογία και οι πολιτικοί επιδεικνύουν ανοχή για να μη δυσαρεστήσουν τους ψηφοφόρους. Οι δύο σημερινοί «μονομάχοι», αντιγράφοντας θλιβερά ο ένας τον άλλον, από τη θέση του αντιπολιτευόμενου και με τις δημοσκοπήσεις να δίνουν σε εκείνους το προβάδισμα ζητούσαν επιμόνως πρόωρες εκλογές, πάντα γιατί το εθνικό συμφέρον τις επέβαλλε «εδώ και τώρα».

Η εμπειρία δείχνει ότι μόνο ο βεβαιωμένα χαμένος δεν ζητεί πρόωρες εκλογές (1981 η Ν. Δ., 1989 και 2004 το ΠΑΣΟΚ) και ότι όποιοι κέρδισαν από αυτές, θα κέρδιζαν και χωρίς αυτές.

Οι πρόωρες εκλογές εξυπηρετούν αποκλειστικά την αιμοδότηση ενός συστήματος το οποίο το μόνο που ζητάει από τους πολίτες είναι η ψήφος. Δεν απαιτεί τίποτε άλλο. Ψήφο στην κάλπη, που αναζωογονεί, «τρέφει» ΜΜΕ και πολιτική σκηνή. Ισως γι’ αυτό οι πολίτες ζουν πλέον στην απάθεια και την αδιαφορία, όταν δεν εθελοτυφλούν μέσα στην, μέχρι μωρίας, ευπιστία. Ενοχοι και μαζί θύματα.