ΑΠΟΨΕΙΣ

Πείσματα και παιδιαρίσματα

O Γιώργος Παπανδρέου και ο Κώστας Σημίτης μοιράζονται την ευθύνη για μια απίστευτη επιπολαιότητα, η οποία θέτει σοβαρά ερωτήματα γι’ αυτόν που προσδοκά να κυβερνήσει τη χώρα και γι’ αυτόν που την κυβέρνησε επί οκτώ χρόνια. Η απουσία του Σημίτη από τα ψηφοδέλτια των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου αποδεικνύει αλαζονεία και μικροψυχία από τις δύο πλευρές. Οι εσωκομματικές μικροπρέπειες δεν ενδιαφέρουν τους πολίτες, οι οποίοι περιμένουν πολιτική και λύσεις στα προβλήματά τους. Είτε ο Σημίτης εκπροσωπεί το απαξιωμένο πλέον «εκσυγχρονιστικό» κομμάτι του ΠΑΣΟΚ ή όχι, είτε ο ένας πολιτικός άνδρας προσπαθούσε να επιβληθεί του άλλου, για τον ψηφοφόρο που δεν περνάει τις ώρες του στα κομματικά γραφεία ο Σημίτης παρέμενε ένα σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο. Κέρδισε την εμπιστοσύνη του «μεσαίου χώρου» στις εκλογές του 1996 και του 2000 – τον ίδιο χώρο που διεκδίκησε και κέρδισε το 2004 ο Κώστας Καραμανλής. Στη διάρκεια της θητείας του, η χώρα ετοιμάστηκε για επιτυχημένους Ολυμπιακούς Αγώνες, έγινε μέλος της Ευρωζώνης και πέτυχε την ένταξη της Κύπρου στην Ε. Ε. Ο Σημίτης δεν έλυσε τα δομικά προβλήματα της χώρας και μπορεί το κόστος για κάθε επιτυχία να ήταν δυσανάλογα μεγάλο, αλλά κάτι γινόταν – είτε στο εσωτερικό είτε στο διεθνές πεδίο, με την επιτυχημένη προεδρία της Ε. Ε. το 2003 και την εκστρατεία για θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Ο Κώστας Σημίτης εκπροσωπούσε ένα μεγάλο παράδοξο: ήταν ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ αλλά πάντα έμοιαζε ξένο σώμα μέσα στο κόμμα. Και όμως, στο τέλος της αρχηγίας του Ανδρέα Παπανδρέου, το κόμμα έκανε τη μεγάλη υπέρβαση, εκλέγοντας αρχηγό (με την καίρια στήριξη του Γιώργου Παπανδρέου) τον Σημίτη, ο οποίος εκπροσωπούσε τη ριζική αλλαγή της εικόνας του ΠΑΣΟΚ. Απροσδόκητα σχεδόν, το τόσο προσωποπαγές κόμμα επέζησε του θανάτου του ιδρυτού του. Αλλά, ως πρωθυπουργός, ο Σημίτης συχνά έμοιαζε με κάποιον ο οποίος ξαφνικά βρέθηκε καβάλα σε έναν ταύρο – το ένα κέρατο ήταν το ίδιο του το κόμμα, το άλλο ήταν το κράμα ενός αδύναμου κράτους και των ισχυρών επιχειρηματιών που ήξεραν να χειραγωγούν τις εξελίξεις. Ο Σημίτης έκανε τους συμβιβασμούς του, έκλεισε το μάτι σε πολλά στραβά και συμμάχησε με διάφορους ισχυρούς στο κόμμα και την κοινωνία, έως τις αρχές του 2001. Τότε, οι εσωκομματικές αντιδράσεις στην προσπάθεια μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος τον πανικόβαλαν· πάγωσε, πρόδωσε τον εαυτό του και τους στενούς συνεργάτες του. Το μόνο που του έμεινε πλέον ήταν η διαχείριση τρεχόντων θεμάτων και η αναμονή βέβαιης εκλογικής ήττας. Παρέδωσε το κόμμα στον Γιώργο Παπανδρέου σαν να ήταν προσωπική υπόθεση των δύο. Ο Παπανδρέου αναγκάστηκε να προσφύγει στους οπαδούς και «φίλους» του κόμματος για να νομιμοποιήσει την αρχηγία του. (Το ίδιο έκανε όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος τον αμφισβήτησε ύστερα από την εκλογική ήττα του 2007).

Σήμερα ο Παπανδρέου βρίσκεται στο κατώφλι της εξουσίας. Οχι τόσο επειδή έπεισε τους ψηφοφόρους με την πολιτική του όσο επειδή ο Κώστας Καραμανλής απέτυχε. Οι ψηφοφόροι έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε ένα κόμμα που δεν έδωσε τις μάχες που το ίδιο έκρινε ότι έπρεπε να δώσει και σε ένα άλλο το οποίο δεν φαίνεται να έχει στίγμα πέρα από την πίστη ότι ήρθε η ώρα του αρχηγού του να κυβερνήσει. Γι’ αυτό ίσως το 42% των ερωτηθέντων στο τελευταίο Βαρόμετρο της Public Issue για την «Καθημερινή» και τον ΣΚΑΙ λέει ότι ούτε η Ν. Δ. ούτε το ΠΑΣΟΚ θα σχηματίσει καλή κυβέρνηση. Ο Καραμανλής κουβαλάει το βάρος των χαμένων ευκαιριών και των βαρόνων που δεν λένε να πάνε σπίτι τους. Ο Παπανδρέου, από την άλλη, εξαντλείται στο να δείχνει άτεγκτος και αμείλικτος σε όσους τον αμφισβητούν, σε όσους τον δυσαρεστούν. Εχει κάθε δικαίωμα (ίσως και ανάγκη) να δείξει πυγμή. Αλλά, ως αρχηγός, αυτός πρέπει να ζυγίζει τις επιπτώσεις των πράξεών του. Και «χάνοντας» τον Σημίτη πριν από τις εκλογές δείχνει μια ριψοκίνδυνη σπατάλη πολιτικού κεφαλαίου. Και ο Σημίτης, ο οποίος είχε ακόμη την αύρα του μόνου πολιτικού των τελευταίων χρόνων ο οποίος φέρθηκε στους ψηφοφόρους ως ενήλικες, υπονόμευσε την ιστορία του. Τα πείσματα και τα παιδιαρίσματα εντείνουν την αίσθηση της πολιτικής μας φτώχειας.