ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναγνωσεις

Στις εκλογικές τηλε-αναμετρήσεις των ημερών εμφανίζονται πρόσωπα οικεία. Ιδια έστω κι αν είναι διαφορετικά, εδώ και 35 χρόνια που τα δύο μεγάλα κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία. Στην αρχή υπήρχε περιέργεια, ενδεχομένως και ενδιαφέρον, ύστερα αναζητούσαμε ορισμένους, που είχαμε ξεχωρίσει, για να ακούσουμε τι έχουν να πουν, ώσπου ο λόγος τους άρχισε να συγκλίνει, να μοιάζει, να μην έχει αποχρώσεις, μόνο υψηλούς τόνους, να παραμένει αμετακίνητος τόσο στο σχήμα όσο και στο περιεχόμενο. Τίποτα δεν είναι ευχάριστο πλέον· ούτε το θέαμα ούτε το ακρόαμα. Κουράστηκαν εκείνοι, κουραστήκαμε κι εμείς. Γύρω, οι φίλοι, παρακολουθούν την επικαιρότητα με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Εκμυστηρεύονται ότι όταν βλέπουν «γνωστά» πρόσωπα στην οθόνη, αλλάζουν κανάλι. Οδηγούνται, μάλιστα, σε ακραίες λύσεις! Ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ ή συνταγές μαγειρικής.

Στη διάρκεια τριών, περίπου, δεκαετιών με προεκλογικό σαματά, δημοσκοπήσεις, αγωνίες, εξωτερική δράση ή εσωτερική δραστηριότητα, αμφισβητήσεις, απογοητεύσεις, διαψεύσεις, μεγαλώσαμε κι εμείς. Η γενιά της μεταπολίτευσης μετράει χρόνια και αδιαφορία. Οχι έλλειψη ενημέρωσης ή άγνοια. Αδιαφορία. Απώλεια επιθυμίας, απουσία ονείρου. Πολιτικοί εγκλωβισμένοι σε ανικανοποίητα, απορρίψεις, πικρίες· αποκομμένοι από την κοινωνία, δρουν ερήμην του εκλογικού σώματος. Κι ένα εκλογικό σώμα καταπονημένο, ματαιωμένο, αποκαρδιωμένο.

Οι τελευταίες ημέρες που διανύουμε, απογοήτευσης και θυμού· με την Αριστερά να επιδίδεται σε κρίσεις αρχηγισμού και αυτιστικές τακτικές, στοιχεία εντελώς ξένα -νομίζαμε- προς τον πολιτισμό της. Κι όχι από άκαιρο ρομαντισμό ή αμήχανη συναισθηματολογία. Ο «άλλος» κοινωνικοπολιτικός λόγος, μια διαφορετική προσέγγιση που διάβαζε την πραγματικότητα όχι από την πλευρά των προνομιούχων και της συναλλαγής, χάθηκε. Απομείναμε, αποσβολωμένοι, να παρακολουθούμε εξελίξεις που ουδόλως μας απευθύνονται, αλλά βαθύτατα μας επηρεάζουν.

Στο πρωτοσέλιδο των Τεχνών, αυτήν την Κυριακή στην «Κ», διανοούμενοι και καλλιτέχνες δίνουν το στίγμα του πολιτισμού εν μέσω κρίσης και απαξίωσης. Τη δημιουργική διέξοδο σε ό, τι αποκαλούμε (με όσες συμβάσεις και μετατοπίσεις) «πνευματική ζωή». Η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάκου ξεκινάει ορμητικά και αποφασισμένα. Αντιγράφουμε: «Συνηθίσαμε να απαντάμε στη βιαιότητα του κράτους -η απραξία είναι μια μέγιστη μορφή βιαιότητας και μόνο θυμό μπορεί να προκαλέσει- με αμυντικούς όρους. Ο πολιτισμός δεν είναι, λέγαμε, ισοβαρής με το μεροκάματο των ανέργων, με την εξωτερική πολιτική, με το δημόσιο χρέος, με τα δάση που καίγονται κ. ο. κ., μπορεί να περιμένει. Και περιμένοντας, ας δούμε λίγο κάποια σημάδια από την έλλειψή του: στη Γερμανία το σκάνδαλο της SIEMENS – στο Βερολίνο, ο Πάνος Κούτρας εκπροσώπησε την Ελλάδα με την ταινία «Στρέλλα». Η ΕΡΤ ξόδεψε εκατομμύρια ευρώ για την Καλομοίρα – ο Λάνθιμος έφερε βραβεία από τις Κάννες & το Σεράγεβο με ταινία κόστους λίγων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ». Κάπως έτσι προχωράει το κείμενο, με αντιπαράθεση στοιχείων. Παρόμοιες σκέψεις θα όφειλαν να χαρακτηρίζουν τον τρόπο ύπαρξης και δράσης ενός αριστερού συνασπισμού, χειραφετημένου από συμφέροντα και διαπλεκόμενα, που στρέφει την προσοχή μας σε παραγωγικές δυνάμεις, στην πρωτοτυπία, τη γόνιμη πρωτοβουλία.

Ενας αριστερός λόγος καλά πληροφορημένος, οργανωμένος, ουμανιστικά προσανατολισμένος, αλλά και γειωμένος. Το περασμένο Σαββατοκύριακο διαπιστώσαμε ότι απομένουμε (καμπόσοι, ένα διόλου ευκαταφρόνητο εκλογικό ποσοστό) μόνοι. Χωρίς συνομιλητές. Χωρίς κέφι, χωρίς ενέργεια.

Με το τηλεκοντρόλ στο χέρι να προσπερνάμε τσαλακωμένα πρόσωπα και μπαγιάτικες απόψεις. Δηλωμένες, επαναλαμβανόμενες, αντιθέσεις, ένδεια ιδεών, θέσεων, προοπτικών. Δεν θέλουμε να γυρίσουμε την πλάτη στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει, να αποσυρθούμε σε θυλάκους «συγγενών» και συνοδοιπόρων. Κι όμως, τα πάνελ και οι πολιτικές εξελίξεις μας δείχνουν την έξοδο. Η πορεία προς τις κάλπες (ανεξάρτητα αν προσέλθει κανείς να ψηφίσει ή όχι) μοιάζει με οδυνηρή υποχρέωση. Κάποτε, έστω και αδύναμα, ήταν αφορμή για αντιπαράθεση. Τώρα, έχουμε ήδη αποφανθεί. Ανασηκώνοντας τους ώμους.