ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διαρκής επανάσταση

Την περασμένη άνοιξη η μικροκαμωμένη Ιρανή σκηνοθέτις Σιρίν Νεσάτ ήταν στην Αθήνα, προσκεκλημένη του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης με αφορμή την έκθεσή της «Women without men». Τότε, σε μια δημόσια συζήτησή της με την διευθύντρια του ΕΜΣΤ Αννα Καφέτση, είχε μιλήσει για τη σχέση της με το βίντεο (διακεκριμένη και βραβευμένη για τις βιντεοεγκαταστάσεις της), τον κινηματογράφο, τις νέες τεχνολογίες, τη χώρα της, τον αγώνα της από την Αμερική, όπου ζει σταθερά εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίας, για τις γυναίκες στο Ιράν – και όχι μόνο, για το αίσθημα της εξορίας… Αυτή η χαρισματική καλλιτέχνις με την ποιητική – εικαστική φλέβα, παρά τη μικρή και εξαιρετικά λεπτή σιλουέτα της, δεν ξεγελάει: το πρόσωπο και το βλέμμα της διαθέτουν ένταση, σταθερότητα και κάτι ρωμαλέο και απολύτως πειστικό. Οταν μιλάει για ένα προσεχές σχέδιό της, εμφανίζεται μπροστά σου ολοκληρωμένο.

Η βράβευσή της το Σάββατο στη βενετσιάνικη Μόστρα με τον Αργυρό Λέοντα για την ταινία της «Women without men» είναι αναμενόμενη και έκπληξη την ίδια στιγμή. Αναμενόμενη, γιατί όσοι έχουν παρακολουθήσει το έργο της αναφέρονται με θαυμασμό στην πυκνότητα, την υπαινικτική δύναμη, ευαισθησία και αμφισημία του. Εκπληξη, γιατί σπάνια πλέον τα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ επιλέγουν να βραβεύσουν ταινίες με ελλειπτική, αφαιρετική δομή και κρυφή αφηγηματικότητα. Τουλάχιστον η εκδοχή που είχαμε παρακολουθήσει στο (ΕΜΣΤ), σε διαφορετικές οθόνες (δίπτυχα ή τρίπτυχα), απλωμένη σε πέντε χώρους, δύσκολα θα μπορούσε να αποτελέσει «συμβατικό» κινηματογραφικό υλικό. Η 52χρονη Νεσάτ, όμως, γοήτευσε και, κυρίως, κατέκτησε.

Επεισε ότι πολιτικό στην τέχνη μπορεί να είναι και το σώμα μιας ανορεξικής πόρνης, που το τρίβει μανιασμένα μέσα στα λουτρά μέχρι να ματώσει, σε μια προσπάθεια εξαγνισμού, αλλά και απελπισίας. Οτι πολιτική είναι και η παρουσία μιας γυναίκας ανάμεσα σε χιλιάδες κίτρινα νήματα και κουβάρια ή σε ένα μυστηριώδη κήπο με οργιώδη βλάστηση, μιας γυναίκας βασανισμένης από τις εμμονές και την τρέλα, που επιλέγει να γίνει ένα με τη φύση. Οι πέντε πρωταγωνίστριες της Νεσάτ (η Μαχντόχτ, η Ζαρίν, η Μουνίς, η Φαεζέ, η Φαρόχ Λαγκά), ηρωίδες του ομότιτλου μυθιστορήματος της Σαρνούς Παρσιπούρ, στο οποίο βασίζεται και η ταινία, ζουν σε καταπιεστικά κοινωνικά, θρησκευτικά, οικογενειακά περιβάλλοντα στην Τεχεράνη. Η δημιουργός συνθέτει μια χορογραφία από φαντασιώσεις, μνήμες, συγκρούσεις, ενοχές διλήμματα, επιθυμίες. Τα πολιτικά γεγονότα ( το πραξικόπημα του 1953 στο Ιράν) μπλέκονται με προσωπικές ιστορίες, η οχλοβοή των δρόμων της πόλης με εικόνες σε κήπους, η εξωτερική ταραχή με το εσωτερικό χάος, η πραγματική εμπειρία με την αυτοπαγίδευση στο τραύμα ή στο πένθος.

Η Νεσάτ υπογραμμίζει μια λεπτή, αλλά σημαντική διαφορά: ανάμεσα σε ένα έργο τέχνης που συλλαμβάνεται στην ατμόσφαιρα ενός καταπιεστικού πολιτικού συστήματος και σε ένα άλλο, ελεύθερο από παρόμοιους περιορισμούς. Μόνο που η αντίθεση δεν διατυπώνεται με τον λόγο, αλλά με τον μυστικισμό και το διφορούμενο της εικόνας. Η εμπειρία είναι οπτική. «Κινούμαστε όχι μέσα από κύκλους της επανάστασης και της αντεπανάστασης, αλλά από το εφήμερο στο πολυετές και από εκεί στο αιώνιο», γράφει Ιρανός αναλυτής.

Η μεταφυσική στην ταινία δεν εμποδίζει την πολιτική – κοινωνική ανάγνωση. Αντιθέτως, την ενδυναμώνει. Μας οδηγεί να αναζητήσουμε έναν κόσμο πολυεπίπεδο, βαθύ, που δεν είναι, υποχρεωτικά, γεωγραφικά η γλωσσικά προσδιορισμένος.

Η Νεσάτ αφιέρωσε τις «Γυναίκες δίχως άντρες» στην «πράσινη διαμαρτυρία» του περασμένου Ιουνίου στο Ιράν (που προκάλεσε η αδιαφάνεια και διαφθορά των προεδρικών εκλογών), η οποία άφησε πίσω της πολλούς νεκρούς και ανοιχτές πληγές.

Η Ιρανή καλλιτέχνις πολλαπλασίασε το μήνυμα χωρίς να κραυγάσει. Η τέχνη έχει τον τρόπο της να δράσει. Και, κυρίως, να αντιδράσει σε κάθε μορφής καταστολή.