ΑΠΟΨΕΙΣ

Γραμματα Αναγνωστων

H κρίση και το έλλειμμα της πολιτικής

Κύριε διευθυντά

Η πολυσυζητημένη και έκδηλη πια για τα καλά στον τόπο μας, οικονομική κρίση, αναμφίβολα θα χειροτερεύσει στην Ελλάδα για ένα όχι μικρό χρονικό διάστημα, εντείνοντας συγχρόνως τις σοβαρές εγγενείς αδυναμίες των οικονομικών μας. Το ζητούμενο είναι επομένως, το πώς θα μπορέσουμε να βγούμε όσο γίνεται πιο ανώδυνα από την κρίση και πώς θα μπορέσουμε το ταχύτερο δυνατό να καλύψουμε την απόσταση που μεγαλώνει και απειλητικά μάς χωρίζει από τους Ευρωπαίους εταίρους μας (και όχι μόνο), ενώ για εκείνους ήδη διαφαίνονται κάποιες πρώτες ελπίδες ανάκαμψης.

Το παράδοξο είναι ότι μέσα σε μια τέτοια φάση αυξάνουσας οικονομικής δυσπραγίας, που μοιραία οδηγεί σε αναβολή αναγκαίων κοινωνικών κ.ά. μεταρρυθμίσεων, η μεν κυβέρνηση παρασύρθηκε στο μέσο της θητείας της, σε έναν εκλογικό αγώνα υπό δυσμενέστατες συνθήκες, η δε αντιπολίτευση, μέσα στις αντίξοες αυτές συνθήκες, επιμένει ανένδοτα στην ανάληψη της εξουσίας από την ίδια, χωρίς όμως να παρουσιάζει μέχρι τώρα, τουλάχιστον ένα δομημένο και πειστικό πρόγραμμα για την επίλυση των δύσκολων αυτών προβλημάτων. Το παρελθόν της εξάλλου σαν διακυβέρνηση έχει αφήσει σημαντικά ερωτήματα. Τέτοια ανιδιοτελής πολιτική «αυτοθυσία» δεν έχουμε ξαναδεί στον τόπο μας!

Ολα αυτά μας οδηγούν στη θλιβερή σκέψη ότι η πολιτική στην Ελλάδα σήμερα εκτροχιάζεται προς κατευθύνσεις άλλες από το πραγματικό συμφέρον του τόπου, έτσι που αυτό θα προσδιοριζόταν από μια πιο νηφάλια και μακροπρόθεσμη στρατηγική, ενώ επιδιώκονται προσωρινά και εν πολλοίς ίδια οφέλη.

Θα ήταν άσκοπο εδώ να αναφερθούμε σε λύσεις και προτάσεις που τις μέρες αυτές γίνονται καθημερινά από πιο αρμόδιους φορείς και επαΐοντες. Εκείνο όμως που αντιλαμβάνεται ο κάθε απλός πολίτης είναι ότι τα προβλήματα που παραμένουν, (ακόμη και εάν υποτεθεί ότι βγαίνουμε σχετικά γρήγορα από τη γενικότερη οικονομική κρίση) είναι πολύ σοβαρά, τόσο που δύσκολα μπορούν να επιλυθούν από μια οποιαδήποτε κυβέρνηση, εάν δεν κατέχει μια ισχυρότατη πλειοψηφία και παράλληλα δεν χαίρει μιας ευρύτατης κοινωνικής αποδοχής. Τέτοια θέματα, ενδεικτικά, είναι η ορολογιακή βόμβα του Ασφαλιστικού, τα κρίσιμα εθνικά θέματα (σχέσεις με Ανατολικούς και Βόρειους γείτονες, ενταξιακές διαπραγματεύσεις με Τουρκία κ.ά.) τα γνωστά προβλήματα της Παιδείας, που συνεχώς αναβάλλονται, η υγεία, η δημόσια ασφάλεια.

Δεν θα έπρεπε ακόμη να παραβλέψουμε ορισμένα θεσμικά θέματα, όπως ο εκλογικός νόμος και η κατάργηση σταυροδότησης (έχουν γίνει σοβαρότατες σχετικές προτάσεις) η εξασφάλιση της συνέχειας και αποδοτικότητας του «κράτους» με την επαναμονιμοποίηση των ανωτέρων κρατικών λειτουργών (γενικών γραμματέων και γενικών διευθυντών) και γιατί όχι και η υποκατάσταση των ελαχίστων, αλλά κρισίμων εξουσιών του ανωτάτου άρχοντος ώστε να μπει ένα ακόμη φρένο στην κομματικοποίηση.

Είναι γι’ αυτό λυπηρή η έλλειψη της σχετικής πολιτικής κουλτούρας και ειδικότερα της πεισματικής άρνησης (παρά τις όποιες προσπάθειες της κυβέρνησης) από την αντιπολίτευση να δεχθεί μια οποιαδήποτε συναινετική συζήτηση. Το παράδειγμα της Γερμανίας, καθώς και σκανδιναβικών και άλλων χωρών για κυβερνήσεις συνεργασίας, φαντάζουν ακόμη πολύ ξένες για τη νοοτροπία μας! Το να υπάρξει όμως μετά τις εκλογές μια οποιασδήποτε μορφής συνεργασία και συναίνεση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων θα ήταν η καλύτερη αν όχι η μόνη λύση. Αντίθετα, η χειρότερη θα ήταν εάν οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα έλθει πρώτο χωρίς αυτοδυναμία, συνεργασθεί με τα εγγύτερα μικρά κόμματα, διότι τότε αντί να γεφυρωθούν οι διαφορές, η κοινωνική πόλωση θα κορυφωθεί. Ευτυχώς τουλάχιστον ο πρωθυπουργός αρνήθηκε ρητά κάθε συνεργασία με το ΛΑ.Ο.Σ.

Το όλο πρόβλημα τελικά εναποτίθεται στην κρίση του ελληνικού λαού και τον καθένα μας. Ας ευχηθούμε ότι η ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή αναμέτρηση θα αποτελέσει τουλάχιστον το ξεκίνημα μιας νέας υγιέστερης πορείας.

Φαιδων Στρατος / Αθήνα

Η επίσκεψη Ρασμούσεν

Κύριε διευθυντά

Ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Αντερς Φογκ Ρασμούσεν (Anders Fogh Rasmussen) επεσκέφθη τας Αθήνας (26/08/2009) με τον σκοπόν να μεσολαβήσει προς επίλυσιν των ελληνοτουρκικών «διαφορών». Ακολούθως, ο τέως Δανός πρωθυπουργός επεσκέφθη την Αγκυραν διά τον αυτόν σκοπόν (29/08/2009). Φρονούμεν, όμως, ότι το αντικείμενον της επισκέψεως είναι μάλλον ακατανόητον δι’ όποιον ασχολείται με τα διεθνή ζητήματα. Διαφοραί υπάρχουν μόνο όταν μεταξύ δύο ανεξαρτήτων κρατών αναφύονται θέματα διά τα οποία, το μεν ένα μέρος υποστηρίζει την τάδε άποψιν, το δε έτερον την αντίθετον επί του αντικειμένου της διαφοράς.

Οταν, όμως, ένα κράτος αμφισβητεί τα όρια άλλου, τα οποία έχουν καθορισθεί διά διεθνών συμβάσεων, τότε δεν έχομεν οιουδήποτε είδους διαφοράν, αλλά απλώς επιθετικότητα διά το εν κράτος και άμυναν διά το άλλο. Εις την περίπτωσιν ταύτην, η διαμεσολάβησις προς αποσόβησιν συγκρούσεως ή θερμού επεισοδίου πρέπει να κατατείνει αποκλειστικώς και μόνον εις την συμβουλήν του μεσολαβούντος να παύσει η προκλητικότης, αι αμφισβητήσεις και η επιθετικότης του αμφισβητούντος κράτους. Αύτη και μόνον αποτελεί το αντικείμενον της διαμεσολαβητικής προσπαθείας.

Εν προκειμένω, η Τουρκία αμφισβητεί την ισχύν διεθνών συμβάσεων, δηλαδή, της Λωζάννης (1923), της ιταλοτουρκικής διά τας βραχονησίδας (1932), του Σικάγο (1944), των Παρισίων (1947) και του Montego Bay (1982). Κατ’ ακολουθίαν πάντων τούτων, ο κ. Ρασμούσεν καλά θα κάνει να συμβουλεύσει την Τουρκίαν να σταματήσει τις προκλήσεις της, διότι λακτίζει εις κέντρα οία είναι οι εν λόγω διεθνείς συμβάσεις. Η Ελλάς δεν έχει ανάγκην συμβουλών, αλλά αποκλειστικώς και μόνον υποστηρίξεώς της από τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ την Ε.Ε. και όλων των οργάνων αυτής και δη παροχήν συμβουλών προς την Τουρκίαν να παύσει τας συνεχιζομένας από 35ετίας προκλήσεις της.

Σήμερον, η Ελλάς είναι απείρως πιο ισχυρή, παρά τα δημοσιονομικά προβλήματά της. Είναι κράτος-μέλος της Ε.Ε., του ΟΗΕ -ο οποίος δεν υφίστατο τότε λόγω της παντελούς καταπτώσεως της Κοινωνίας των Εθνών- αλλά και του ΝΑΤΟ, εις το άρθρον 2 του καταστατικού του οποίου αναφέρεται: «Τα μέρη (οι Σύμμαχοι) θέλουν συμβάλει εις την περαιτέρω ανάπτυξιν ειρηνικών και φιλικών διεθνών σχέσεων». Κατά συνέπειαν, καλόν είναι να διερωτηθεί ο κ. Ρασμούσεν εάν αι απειλαί της Τουρκίας περί διχοτομήσεως του Αιγαίου, περί δημιουργίας μειονοτικού θέματος της Δυτικήν Θράκην, περί παραβιάσεως των εναερίων συνόρων, περί υπερπτήσεων των ελληνικών νήσων και άλλα παρόμοια, συνιστούν «ανάπτυξιν ειρηνικών και φιλικών διεθνών σχέσεων».

Αναστασιος Π. Ζολωτας

Η ουρά του γαϊδάρου

Αγαπητέ κ. Καρκαγιάννη

Είμαι τακτικός αναγνώστης της στήλης σας στην «Καθημερινή». Οι απόψεις σας σχετικά με τα διάφορα θέματα, με τα οποία ασχολείσθε, καθώς και η επιχειρηματολογία με την οποία τις υποστηρίζετε, συχνά με έχει οδηγήσει στο να δω τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Και συνήθως με πείθει.

Δεν συνέβη όμως το ίδιο με το δημοσίευμά σας, στις 29/8/09 με τίτλο «Ουρά του γαϊδάρου». Πράγματι, δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί θα πρέπει το Δημόσιο (και κατά συνέπεια και εγώ, ως φορολογούμενος), να αποζημιώσει όσους, κατά παράβαση της νομοθεσίας, έχτισαν σε απαγορευμένη περιοχή στερούντες κατ’ αυτό τον τρόπο κάτι από το κοινωνικό σύνολο (χώρο, πράσινο). Πέτυχαν, δηλαδή, εκμεταλλευόμενοι τη διαφθορά, την αμέλεια και την ασυνέπεια των κρατικών λειτουργών να επωφεληθούν εις βάρος του κοινωνικού συνόλου ή έστω των πολιτών εκείνων (λίγων ή πολλών), που σέβονται τους νόμους και έχουν κοινωνική συνείδηση. Αρνούμαι δηλαδή να δώσω συγχωροχάρτι σε όσους με την αντικοινωνική συμπεριφορά τους συμβάλλουν στην αποδόμηση της κοινωνίας, πράγμα που όπως όλοι γνωρίζουμε είναι η αιτία που έχουμε φθάσει στο σημείο που βρισκόμαστε.

Αγγελος Παπαϊωαννου / Παλαιό Φάληρο

Κλοπή στην Ολυμπία

Κύριε διευθυντά

Οποτε παρουσιάζονται ολιγωρίες των δημοσίων υπηρεσιών -νοσοκομεία, πυροσβεστική, αστυνομία κ.λπ.- οι εκπρόσωποι των συνδικάτων σπεύδουν να τις αποδώσουν σε δύο λόγους: έλλειψη προσωπικού και ανεπαρκή χρηματοδότηση των φορέων. Τις περισσότερες φορές, οι απόψεις τους υιοθετούνται και προβάλλονται από τα ΜΜΕ, ενώ οι ευθύνες αποδίδονται σε υπουργούς ή την εκάστοτε κυβέρνηση. Επειδή διαθέτουμε τον μεγαλύτερο κατά κεφαλήν πληθυσμό δημοσίων υπαλλήλων απ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε αν οι παρουσιαζόμενες ολιγωρίες οφείλονται και στην αδιαφορία των δημοσίων υπαλλήλων ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Η περίπτωση της κλοπής στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας (άρθρο της κ. Γιώτας Συκκά, «Κ» 8/9/09) προσφέρει ένα παράδειγμα. Σύμφωνα με το άρθρο, στον αρχαιολογικό χώρο απασχολούνται 50 φύλακες. Υπολογίζοντας για τον καθένα 120 ώρες εργασίας τον μήνα (20 εργάσιμες ημέρες και 6 ώρες ημερησίως), οι 50 φύλακες πρέπει να προσφέρουν συνολικά 6.000 ώρες εργασίας τον μήνα. Αφαιρώντας ένα 10 τοις εκατό λόγω ασθενειών και άλλων απουσιών, απομένουν 5.400 εργάσιμες ώρες τον μήνα. Οι ανάγκες φύλαξης του αρχαιολογικού χώρου ανέρχονται σε 744 ώρες τον μήνα (31 ημέρες επί 24 ώρες). Η διαίρεση του 5.400 διά του 744 μας λέει πως θα έπρεπε κάθε ώρα μέρας και νύχτας να κυκλοφορούν στον αρχαιολογικό χώρο 7 φύλακες. Αν αυτό συνέβαινε, θα ήταν δυνατό να μη συλληφθεί οποιοσδήποτε επίδοξος αρχαιοκάπηλος;

Τέλος, το είδος της σύμβασης εργασίας των φυλάκων -μόνιμος, συμβασιούχος κ.λπ.- δεν δικαιολογείται να επηρεάζει την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αφού με την υπογραφή τους έχουν αποδεχθεί τον χρόνο διάρκειας της σύμβασης που τους προτάθηκε.

Οι ευθύνες, επομένως, βαρύνουν το προσωπικό και τους άμεσους προϊσταμένους που θα έπρεπε να οργανώνουν και να φροντίζουν για την εκτέλεση του έργου που τους έχει ανατεθεί και για το οποίο αμείβονται.

Βασιλειος Αχιλλαδελης / Κηφισιά