ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ΔΕΗ ως εργαλείο για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας

Του Τακη Αθανασοπουλου, Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ Α.Ε.

Βαθύ προβληματισμό και αρνητικά συναισθήματα προκάλεσαν τα πρόσφατα δημοσιευμένα αποτελέσματα της έρευνας του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ (WEF) σχετικά με τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες του πλανήτη για το 2009-2010, καθώς παρουσιάζουν τη χώρα μας στην 71η θέση από τις 133 χώρες που συμμετείχαν. Προβληματισμό, σχετικά με την ευθύνη των αποφάσεών μας για τις επόμενες γενιές, και αρνητικά συναισθήματα για το πλήγμα που δέχεται η περηφάνια μας, για τις πρωτοβουλίες μας που ποτέ δεν έφθασαν να πάρουν ούτε βραβείο αλλά ούτε καν την ικανοποίηση της κοινής προσπάθειας.

Αν παρακάμψουμε την προβλέψιμη πρώτη αντίδραση όλων μας – δηλαδή, να ρίχνουμε τα λάθη σε κυβερνήσεις, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες και συμφέροντα, στην παιδεία, στους εργαζόμενους, στην παγκόσμια οικονομία- θα συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Και όσο υψηλότερη θέση κατέχει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο ευθύνης του.

Με πλήρη συναίσθηση της δικής μου ευθύνης ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ, θα ήθελα να παραθέσω τις απόψεις μου για το πώς θα μπορούσε η μεγάλη αυτή επιχείρηση να συμβάλλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής μας οικονομίας. Η αλήθεια είναι ότι -όπως αυτό καθομολογείται και από την αναφορά του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ- στην Ελλάδα καλούμαστε να λειτουργούμε και να παίρνουμε αποφάσεις μέσα σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται με πολύ αργούς ρυθμούς και μια κουλτούρα και πρακτική που δεν χαρακτηρίζονται από καινοτόμες ιδέες, επιχειρηματικότητα, αποτελεσματικότητα και ευελιξία στους θεσμούς και τις διαδικασίες.

Σε αυτές τις συνθήκες λειτουργεί και η ΔΕΗ, η οποία, όμως, καλείται πλέον να ανταγωνιστεί πολύ μεγαλύτερες από αυτήν επιχειρήσεις, που έχουν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα και δραστηριοποιούνται τόσο στην παραγωγή όσο και στην εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας.

Και είναι γεγονός ότι, σήμερα η ΔΕΗ δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί με επιτυχία σ’ αυτή την πρόκληση, και αυτή της η αδυναμία θα είναι σε βάρος όλων των ενδιαφερομένων μερών: της Πολιτείας, των καταναλωτών, των εργαζομένων, των μετόχων της. Αυτό, άλλωστε, αναδείχθηκε με σαφήνεια κατά την κατάρτιση του Στρατηγικού Σχεδίου της επιχείρησης, όταν, με βάση συγκρίσεις του τρόπου λειτουργίας της ΔΕΗ με τις βέλτιστες πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, προσδιορίστηκαν αποκλίσεις αποδοτικότητας που αντιστοιχούν σε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Για να αντιστραφεί η υπάρχουσα κατάσταση, χρειάζεται να γίνει μια σειρά μεταρρυθμίσεων, τόσο στο ευρύτερο θεσμικό και νομικό πλαίσιο της αγοράς ενέργειας στη χώρα μας, όσο και στον τρόπο σκέψης μας, στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις αλλαγές και βλέπουμε τα πράγματα.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η εθνική στρατηγική στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική συνιστώσα. Είναι απαραίτητο σαν κοινωνία να γνωρίζουμε αυτό που αποτελεί βασική αρχή του ενεργειακού σχεδιασμού, ότι δηλαδή, όλες οι αποφάσεις στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξάρτητα από το ποιος τις παίρνει -από την Πολιτεία μέχρι τον τελευταίο πολίτη- πρέπει να συνυπολογίζουν τρεις παραμέτρους: πρώτον, την ασφάλεια εφοδιασμού σε ηλεκτρική ισχύ και ενέργεια, δεύτερον, την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας σε ανταγωνιστικές τιμές σε βάθος χρόνου, και τρίτον, τον σεβασμό στο περιβάλλον. Εάν μια από τις τρεις παραμέτρους της ενεργειακής πολιτικής υπερεκτιμηθεί, θα υποβαθμίσει κάποια ή και τις άλλες δύο παραμέτρους, κλονίζοντας έτσι την ισορροπία του ενεργειακού σχεδιασμού.

Η επιτυχία ή όχι της ΔΕΗ να συμβάλλει στην εξυπηρέτηση του τρίπτυχου «ασφάλεια εφοδιασμού – ανταγωνιστικές τιμές – περιβάλλον», βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τρεις αποφασιστικούς παράγοντες: την καινοτομία, τη δυνατότητα προσαρμογής των εργασιακών σχέσεων και την επιχειρηματικότητα. Η καινοτομία, η δυνατότητα δηλαδή να προσφέρεις στον καταναλωτή ή στον πολίτη αυτό που χρειάζεται (προϊόν ή υπηρεσία), με προστιθέμενη γι’ αυτόν αξία, αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων επιχειρήσεων αλλά και των χωρών που διακρίνονται για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους.

Ο εκσυγχρονισμός του ηλεκτρικού συστήματος σε όλα τα επίπεδα είναι απόλυτα απαιτούμενος: από τα δίκτυα και τις μετρήσεις καταναλώσεων, έως τις απώλειες ενέργειας και τις μεθοδολογίες καύσης. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού, προκειμένου να εξαντλήσει τα όρια της αποτελεσματικότητάς της, πρέπει, πέρα και πάνω από τις απαραίτητες επενδύσεις, να συνδυάζεται με τη συστηματική ενθάρρυνση της καινοτομίας, τόσο σαν αντίληψη, όσο και σαν πρακτική.

Η καινοτομία, όμως, δεν βελτιώνει από μόνη της την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας, ούτε μιας επιχείρησης, αν δεν συνδυάζεται με τον αντίστοιχο εκσυγχρονισμό των εργασιακών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, καθόσον αφορά την αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας, στην πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ, η χώρα μας εμφανίζει τη μεγαλύτερη -σε σχέση με όλους τους άλλους τομείς- υστέρηση, καταλαμβάνοντας την, καθόλου τιμητική, 116η θέση επί 133 χωρών.

Η ΔΕΗ, ως αμιγώς κρατική μονοπωλιακή επιχείρηση κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει κληρονομήσει ένα καθεστώς ιδιαίτερα ευνοϊκών όρων και ρυθμίσεων εργασίας, που με κανένα τρόπο δεν συναρτάται με την αποδοτικότητα της επιχείρησης και την παροχή προστιθέμενης αξίας στον πελάτη. Σήμερα, οι συνθήκες λειτουργίας της -μη αμιγώς δημόσιας και μη μονοπωλιακής- ΔΕΗ, είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν διαμορφωνόταν το εργασιακό της καθεστώς. Είναι απαραίτητο για τους νέο-προσλαμβανόμενους να προχωρήσει η σταδιακή άρση στρεβλώσεων και αγκυλώσεων ως προς το εργασιακό καθεστώς, τις εργασιακές σχέσεις και πρακτικές και να πραγματοποιηθεί προσαρμογή σε ένα καθεστώς όρων εργασίας ανάλογο με αυτό που ισχύει σε ολόκληρη την αγορά εργασίας εν γένει και ειδικότερα στις εταιρείες με τις οποίες η ΔΕΗ θα ανταγωνίζεται εφεξής.

Η ΔΕΗ θα πρέπει να αποφασίζει πώς θα συνδέεται η ανταμοιβή, η εξέλιξη και η ανάπτυξη των εργαζομένων με την παραγωγικότητα και τις επιδόσεις τους, εφαρμόζοντας αντικειμενικά κριτήρια για τη μέτρηση της συμβολής ατόμων και ομάδων στα αποτελέσματα και την αποδοτικότητα της επιχείρησης. Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τον εντεινόμενο ανταγωνισμό, η ΔΕΗ οφείλει να γίνει πόλος έλξης και των πιο ανήσυχων και φιλόδοξων εργαζομένων και στελεχών, που επιθυμούν να διακριθούν και να ανταμειφθούν, ανάλογα με τη συνεισφορά τους στην επιχείρηση. Η υλοποίηση των ανωτέρω θα προσδώσει στη ΔΕΗ την ευελιξία και το δυναμισμό που είναι απαραίτητος, όχι μόνο για πιο υγιείς εργασιακές σχέσεις στον παρόντα χρόνο, αλλά και για τη βέλτιστη αντιμετώπιση των απαιτήσεων του μέλλοντος.

Η επιχειρηματικότητα, τέλος, πρέπει να διέπει και το εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό περιβάλλον της ΔΕΗ. Εσωτερικά, η ΔΕΗ ήταν ανέκαθεν ευαισθητοποιημένη στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς όμως να επιδεικνύει ανάλογη ευαισθητοποίηση σε θέματα προετοιμασίας για μια ανοικτή αγορά, παροχής υπηρεσιών με το μικρότερο δυνατό κόστος, προετοιμασίας σύγχρονων και τεχνολογικά αναβαθμισμένων υποδομών εγκαίρως, ή ανάπτυξης σε άλλες αγορές. Ο μετασχηματισμός, με την υιοθέτηση μιας πιο ανταγωνιστικής εσωτερικής κουλτούρας, η οποία συνδέεται σαφώς και με τα συστήματα λήψης αποφάσεων, διοίκησης και απόδοσης, θα συμβάλλει αποφασιστικά στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΔΕΗ.

Από την άλλη μεριά, διαρθρωτικές αλλαγές στο εξωτερικό περιβάλλον που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, τους θεσμούς και τα κέντρα λήψης αποφάσεων, την παρεμβατικότητα στις στρατηγικές επιλογές των επιχειρήσεων και την πρακτική διευκόλυνση και ταχύτητα διεκπεραίωσης αιτημάτων, θα ενισχύσουν την ικανότητα της ΔΕΗ για έγκαιρη υλοποίηση του Επιχειρησιακού της Σχεδίου, έτσι ώστε να διατηρήσει την ηγετική της θέση στην αγορά.

Η ΔΕΗ, προκειμένου να είναι όχι μόνο εθνικός πρωταθλητής αλλά και σημαντικός παίκτης σε περιφερειακό επίπεδο, πρέπει να συμμετέχει σε μια σκυταλοδρομία, όπου θεσμικοί φορείς, διοίκηση, εργαζόμενοι και καταναλωτές, συνεργάζονται αποτελεσματικά για ένα καλύτερο ενεργειακό μέλλον.

Μια τέτοια επιτυχία ξεπερνά κατά πολύ τα όρια αυτής της ιστορικής για τη χώρα μας επιχείρησης και αφορά το σύνολο της οικονομίας, προς όφελος όχι μόνο της παρούσας, αλλά και των μελλοντικών γενεών.