ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποτυπωματα

Ζούμε στην εποχή της διαρκούς δημοσκόπησης: όχι πια κάγκελα, αλλά γκάλοπ παντού και κάθε μέρα. Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί Ελληνες δεν είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους για τα μεγάλα ζητήματα της διακυβέρνησης, για τους χειρισμούς και τα προγράμματα των κομμάτων, για το συμφέρον και το μέλλον του τόπου. Μπορεί στη δουλειά ή στο σπίτι να νιώθουμε καταπιεσμένοι ή αγνοημένοι, μπορεί η πόλη όπου ζούμε διαρκώς να μας χαστουκίζει, όμως ο άγνωστος που βρίσκεται στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής μάς ακούει με προσοχή, μας λέει κι ευχαριστώ στο τέλος.

Ποιος φταίει που το όνομα του κ. Σημίτη απουσιάζει από το ψηφοδέλτιο του κόμματος; Τρεις είναι οι προτεινόμενες απαντήσεις. Α: Ο κ. Παπανδρέου. Β: Ο κ. Σημίτης. Γ: Και οι δύο. Αν απαντήσουμε «δεν ξέρω, δεν απαντώ», ίσως φανούμε αδαείς ή αγενείς. Αν πούμε, «φταίει ο Πειραιάς», μπαίνουμε στη ζώνη του πολιτικού λυκόφωτος.

Οι περισσότερες ερωτήσεις στις πολιτικές δημοσκοπήσεις προϋποθέτουν ότι είμαστε φανατικοί τηλεθεατές. Π.χ., τα γκάλοπ μετρούν τις διακυμάνσεις στη διαφορά των δύο μεγάλων κομμάτων «πριν» από την ομιλία του κ. Καραμανλή στη ΔΕΘ, «ανάμεσα» στις ομιλίες των δύο πολιτικών αρχηγών και «μετά» την ομιλία του κ. Παπανδρέου. Τρεις μίνι εποχές. Υποθέτουμε ότι νέες ανακατατάξεις θα προκύψουν «μετά» το debate. Και αν, είτε από ανία είτε λόγω φόρτου εργασίας ή ευτυχίας, δεν είδαμε τηλεόραση, δεν σχηματίσαμε προσωπική γνώμη γι’ αυτές τις ομιλίες, είμαστε εκτός παιχνιδιού.

Αρκετές φορές έχω απαντήσει σε γκάλοπ και έρευνες αγοράς, τηλεφωνικές ή «λάιβ», κυρίως από συμπάθεια προς τους εργαζόμενους που πρέπει να συμπληρώσουν τις φόρμες για να κερδίσουν το ψωμί τους, και αρκετές φορές αναγκάζομαι να δώσω απαντήσεις που με κατατάσσουν στην κατηγορία του άσχετου πολίτη, του αναλφάβητου καταναλωτή. Π.χ., θα προτιμούσατε το Χ απορρυπαντικό τρίτης γενιάς ή ένα παραδοσιακό προϊόν; Μα το δίλημμα αυτό δεν με έχει απασχολήσει ποτέ, πώς να έχω γνώμη; Το ίδιο ισχύει και για πολλές πολιτικές ερωτήσεις. Το «εξαρτάται» δεν καταγράφεται ως αποδεκτή απάντηση, είναι εκτός θέματος, εκτός αγοράς, εκτός πραγματικότητας. Μα πώς να προβλέψουμε τη διαφορά των δύο κομμάτων όταν οι κύριες πληροφορίες που διαθέτουμε προέρχονται από άλλες δημοσκοπήσεις;

Ολοι συμφωνούν ότι τα γκάλοπ δεν καταγράφουν απλώς την κοινή γνώμη αλλά και, σε κάποιο βαθμό, τη διαμορφώνουν. Οι δημοσκοπήσεις διαποτίζουν το πολιτικό μας σύστημα, επηρεάζουν καθοριστικά τη λειτουργία του και, όπως έχει παρατηρήσει ένας Αμερικανός επικοινωνιολόγος, «η βιομηχανία των δημοσκοπήσεων έχει αυτοδιοριστεί σαν ένα είδος συμπληρωματικού παραρτήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας». (Θα προτιμούσα το «έχει προσληφθεί» ή το «έχει επιβληθεί» από το «έχει αυτοδιοριστεί».) Δεν είναι παρατηρητής, αλλά παίχτης (και μάλιστα play maker) στην πολιτική σκηνή.

Οπως και οι επαγγελματίες της διαφήμισης, έτσι και οι γκουρού των δημοσκοπήσεων δεν είναι ούτε ανόητοι, ούτε αιθεροβάμονες. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα από εμάς τα όρια και τα προβλήματα αυτών των διαδικασιών. Με ορθολογικό τρόπο προσεγγίζουν την πραγματικότητα, ενώ επιστημονικά μελετημένη είναι η μεθοδολογία που εφαρμόζεται στην επιλογή του δείγματος, στη σύνταξη και την αλληλουχία των ερωτήσεων οι οποίες όμως οδηγούν σε έναν ορισμένο και επιθυμητό τύπο απαντήσεων από τον οποίο απουσιάζουν η φαντασία, η έκπληξη, οι αποχρώσεις.

Οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν, είχε πει ένας παλιός πολιτικός. Σήμερα διαπιστώνουμε ότι τα γκάλοπ ευημερούν, οι ιδέες φτωχαίνουν και η δημόσια σφαίρα στενεύει ασφυκτικά.