ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξ αφορμης

Χρειάστηκε να παρέλθει το μισό «έτος Ρίτσου», για να βρω αφορμή να το εξομολογηθώ. Τριάντα χρόνια τώρα που δημοσιεύω, ουδέποτε παραδέχθηκα τις οφειλές μου στον δημιουργό της «Σονάτας του σεληνόφωτος». Δεν είναι μόνο ότι νεότερος τον διάβαζα πολύ, όταν πνευματικά και λογοτεχνικά ήμουν πιο εύπλαστος και ευεπηρέαστος. Τον λάτρεψα κάποτε αρκετά, ώστε να φτάσω στο σημείο να τον μιμηθώ. Λίγα χρόνια πριν εκδώσω το πρώτο μου βιβλίο, έγραψα ένα δραματικό μονόλογο που αγωνιζόταν να μοιάσει σ’ εκείνους της «Τέταρτης διάστασης». Και μάλιστα σ’ εκείνους με πρωταγωνιστή κάποιον ήρωα της αρχαιότητας. Οχι τον Αγαμέμνονα, τον Ορέστη ή την Περσεφόνη, όπως είχε κάνει ο Ρίτσος. Η δική μου ηρωίδα, η Αντίκλεια, παραμένει μάλλον άγνωστη, κι ας έχει έναν τόσο γνωστό γιο όσο ο ομηρικός Οδυσσέας.

Δεν αναφέρομαι τυχαία στο μείζον αυτό έργο του Ρίτσου, με το μείζον για τη λογοτεχνία θέμα, τον χρόνο. Η «Τέταρτη διάσταση» είναι το αγαπημένο μου βιβλίο του. Αλλο τόσο δεν πιστεύω ότι τυχαία απέφυγα να δηλώσω πόσα του οφείλω. Η τερατώδης λαϊκή απήχησή του μετά τη χούντα («Το τερατώδες αριστούργημα», ένας άλλος τίτλος του που μου εντυπώθηκε ανεξίτηλα), σε συνδυασμό με την επίσημη προβολή του από το ΚΚΕ, του χάρισαν ένα βαθμό καταξίωσης που λίγοι λογοτέχνες απολαμβάνουν εν ζωή. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν σχεδόν αναπόφευκτο, κάτι σαν φυσικός νόμος, να πέσει σ’ ένα είδος αφάνειας, έπειτα από τόση έντονη και παρατεταμένη λάμψη.

Η ποίηση του Ρίτσου θυσιάζει σε δύο Θεούς. Στον Θεό των Μεγάλων Πραγμάτων: όταν επιλέγει ολόκληρη τη φυλή ή το γένος μας, με την πνευματική και όχι τη βιολογική σημασία των όρων, ως θέμα της διαβόητης «Ρωμιοσύνης» του. Αλλά και στον Θεό των Μικρών Πραγμάτων: όταν εξυμνεί μεθοδικά, σχεδόν σε κάθε στίχο του, καρέκλες, κρεβάτια, πόρτες, παράθυρα, καρφιά, πιάτα, τσιγάρα, πέτρες. Ο ετερόκλητος σωρός των ασήμαντων αντικειμένων που στοιχειώνουν τις ζωές μας δοξάζεται και αποθεώνεται μες στα ποιήματά του. Ο Ρίτσος κατορθώνει το ακατόρθωτο, με το να ταλαντεύεται διαρκώς και με παροιμιώδη άνεση ανάμεσα στο υψιπετές και στο ταπεινό, φωτίζοντας με το μεγαλείο τού πρώτου το δεύτερο. Και αντίστροφα: γειώνοντας και κάνοντας πολύ πιο απτά τα άφθαρτα, τα αθάνατα στοιχεία μας, που τον απασχολούν εξίσου. Ολ’ αυτά σε αντίθεση με τις δικές μας γενιές, των επιγόνων του, που καθηλωθήκαμε στη λατρεία των Μικρών Πραγμάτων, στερημένοι από λυρισμό, ρομαντικά οράματα και συλλογικές αυταπάτες, ριγμένοι σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχούν το Χρήμα και ο κυνικός πραγματισμός.

Κάποιοι από παλιά τον κατηγόρησαν, κι εφέτος που γιορτάζουμε τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, ακόμη τον κατηγορούν, για την πολυγραφία του, για φλυαρία. Οπως και για την πολιτική στράτευσή του. Ενας λιγότερο σπουδαίος ποιητής, ένας ελάσσων δημιουργός, μπορεί εξαιτίας της στράτευσης αυτής να είχε καταβαραθρωθεί. Ο Ρίτσος, όμως, την υπερβαίνει. Το ίδιο ισχύει και για την ποσότητα του έργου του, που αναλογεί στο εύρος της θεματολογίας του. Εν τέλει, πρέπει πάντα να σταθμίζουμε ποιος κατηγορεί ποιον. Μήπως κάτι αδύναμα, στενά ρυάκια κατηγορούν το πλατύ ποτάμι (όχι του Μπεράτη) ότι παραείναι πλατύ;