ΑΠΟΨΕΙΣ

Αυτά που θέλουν να ακούνε οι οπαδοί

Ποιοι είστε εσείς που θέλατε μόνο να ακούτε όσα ήδη ξέρατε; / Ποιοι είστε που θέλατε μόνο ένα βιβλίο να σας συντροφεύει στην ανοησία σας;» απαιτούσε από τους αναγνώστες του, το 1855, ο Ουόλτ Ουίτμαν. Σε ένα ποίημά του, ο γίγαντας των ακόμη νέων Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έθετε τους κανόνες που η χώρα του έπρεπε να εφαρμόσει για να μεγαλουργήσει. Και αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο από το να εκφράσει αυτό που είχε μέσα της, χωρίς επιρροές από αλλού και από το παρελθόν. Να βλέπει το μέλλον της, να στηρίζεται στο άτομο και στις εσωτερικές δυνάμεις του, να μην επαναπαύεται στα γνωστά, αλλά να επιδιώκει το μεγαλείο. Εξι χρόνια μετά, οι Ηνωμένες Πολιτείες έφθασαν στο χείλος της διάλυσης με τον εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο παρακολούθησε από κοντά ο Ουίτμαν. Κατόπιν, με τη νίκη των «Ενωτικών» του Αβραάμ Λίνκολν, η Αμερική τράβηξε το δρόμο της ανάπτυξης, δημιουργίας και ευημερίας που όλοι γνωρίζουμε.

Θυμήθηκα τα λόγια του Ουίτμαν τις τελευταίες ημέρες. Το ποίημα «Ενώ καθόμουν στις όχθες της Λίμνης Οντάριο» δεν είναι από τα καλύτερά του και είναι σχεδόν ξεχασμένο δίπλα στα πολλά αριστουργήματά του. Αλλά είναι χρήσιμο να το θυμάται κανείς σήμερα που η Αμερική σπαράσσεται από εσωτερικές έριδες και, λόγω των αυξημένων παθών αλλά και της διασποράς των μέσων ενημέρωσης, ο καθένας βρίσκει το έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο το οποίο τον εκφράζει. Με το άτομο να απομακρύνεται από κάθε συλλογικό όραμα – και την πολιτική να διασπάται, ώστε μικρά κόμματα να επιδιώκουν την ψήφο του απομονωμένου και συχνά οργισμένου Ενός, ο ψηφοφόρος απαιτεί να ακούσει αυτά που ήδη γνωρίζει, αυτά που ξέρει. Αυτό γνώριζε, αυτό στηλίτευε τότε ο Ουίτμαν, αυτό είναι που κάνει ένα ξεχασμένο ποίημα σημαντικό.

Το θυμήθηκα αφού παρακολούθησα τις τηλεμαχίες των πολιτικών αρχηγών, την περασμένη εβδομάδα. Ολοι τους ήταν καλύτεροι από το αναμενόμενο. Ολοι έκαναν μια προσπάθεια να υπερτερήσουν του διπλανού τους αλλά να φανούν και συμπαθείς στους θεατές. Πάνω απ’ όλα όμως, ο καθένας έπαιζε τον προκαθορισμένο ρόλο του. Γνωρίζουν ότι πρέπει να πουν στους οπαδούς τους αυτά που οι οπαδοί γνωρίζουν και θέλουν – όπως κάνουν οι εφημερίδες των κομμάτων και των αθλητικών ομάδων. Ο Κώστας Καραμανλής ήταν δυναμικός και οργισμένος, σαν ηγέτης μιας νικηφόρου επέλασης, λέγοντας «τις σκληρές αλήθειες» και ευαγγελιζόμενος μεταρρυθμίσεις που όλοι θέλουν να φαντάζονται αλλά λίγοι θέλουν να βρουν μπροστά τους. Δίπλα του, ο Γιώργος Παπανδρέου, στο ρόλο του καλού παιδιού, του κληρονόμου μιας δυναστείας, ο οποίος υπόσχεται να λύσει όλα τα προβλήματα λόγω της καλής θέλησης που έχει. Μας αρέσει να ακούμε τις υποσχέσεις, και ας μην παρασυρόμαστε πάλι από την ελπίδα πως αυτήν τη φορά ο μύθος θα γίνει πραγματικότητα. Η Αλέκα Παπαρήγα ήταν πιστή στην παράδοση του κόμματός της και στους οπαδούς που δεν θέλουν η πραγματικότητα να διαταράσσει την κοσμοθεωρία τους. Ο Αλέξης Τσίπρας έθιξε κοινωνικά θέματα που απασχολούν τους οπαδούς του Συνασπισμού, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από την αίσθηση ότι το μαγαζί του είναι μπουτίκ και όχι λαϊκή αγορά. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης, στη χειρότερη παράσταση της καριέρας του, προσπάθησε να το παίξει και λαϊκιστής «γιος του μπακάλη» και υπέρμαχος του διαλόγου πάνω σε καυτά θέματα. Μπέρδεψε τους πάντες. Ο Νίκος Χρυσόγελος, στην παρθενική του εμφάνιση ως επικεφαλής των Οικολόγων, ήταν σαν τον ερασιτέχνη προπονητή που συνήθισε να μην τον ακούει κανείς στην αλάνα και τώρα δεν πιστεύει στην τύχη του ότι βρίσκεται στην Α΄ Εθνική. Ηταν αξιοπρεπής και σοβαρός και σίγουρα παρηγόρησε πολλούς που θέλουν να εκφράσουν τις οικολογικές ευαισθησίες τους.

Βλέποντας τους «αρχηγούς» να συμμετέχουν για άλλη μια φορά στο αυστηρά σκηνοθετημένο έργο των παράλληλων μονολόγων, κατάλαβα γιατί συμβαίνει αυτό: δεν είναι μόνο ότι αυτοί αισθάνονται πιο σίγουροι στην πεπατημένη, είναι ότι και εμείς τους θέλουμε να αναπαράγουν τον ψεύτικο κόσμο στον οποίο θέλουμε να πιστεύουμε ότι κατοικούμε – όχι αυτόν των αμείλικτων προβλημάτων. Οταν, όμως, όλοι μαζί γυρίζουμε την πλάτη στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε ούτε ποιοι είμαστε ούτε τι θέλουμε ούτε πού πάμε.