ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποτυπωματα

Ας δούμε τώρα τι λέει το ρεπορτάg» ή «πρώτο θέμα στην αgένdα η κλιματική αλλαγή», λένε κάποιοι τηλεπαρουσιαστές/-ριες. Οχι reportage α λα γαλλικά, αλλά ρεπορτά- με ελληνική προφορά και γαλλική κατάληξη «-ge» με άφωνο το «g», λες και οι άνθρωποι αυτοί ξόδεψαν τη μισή ζωή τους σε αμφιθέατρα γαλλικών πανεπιστημίων ή κάνοντας reportage στους δρόμους του Παρισιού.

Πρόσφατα διάβασα την «Οικογένεια Βλαμμένου» του Δημήτρη Ψαθά (ας είναι καλά οι θερινές προσφορές των εφημερίδων). Το χιουμοριστικό αυτό μυθιστόρημα, που εκδόθηκε το 1956, δεν έμεινε στην ιστορία όπως η «Μαντάμ Σουσού», όμως πολλές σελίδες του είναι διασκεδαστικές και, επιπλέον, μας προφέρει μια γεύση από τα ήθη, τις μόδες αλλά και τα στερεότυπα, τον πουριτανισμό και τις προκαταλήψεις, ακόμα και το αθηναϊκό προεκλογικό κλίμα εκείνης της εποχής. Εδώ, η νεαρή μοναχοκόρη της οικογένειας, η Αλεξ Βλαμμένου, ομιλεί ελληνογαλλικά, τουλάχιστον όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται. Ετσι, χαιρετά πάντα με ένα «όρρρβου-αρ», ενώ «όλες τις λέξεις που αρχίζουν από σίγμα […] τις λέει ξενικότερα, μετατρέποντας το σίγμα σε γαλλικό ch». Π.χ., «Chε παρακαλώ, μαμά, άφηchε τις σαχλαμάρες».

Σήμερα, λίγοι έχουν τη συνέπεια της Αλεξ, όμως συχνά ακούμε τον

προϋπολογισμό (budget) να προφέρεται «μπάdgετ», το σούσι «σούshι», το γυμναστήριο (gym) «τζζζιμ», ενώ μερικές φορές η σαμπάνια γίνεται chαμπάνια και όχι καμπανίτης οίνος ή έστω chαμπανίτης εκ Chαμπανίας.

Από τις ξένες γλώσσες δεν δανειζόμαστε μόνο λέξεις, κάτι που συμβαίνει εδώ κι αιώνες και θα συμβαίνει χωρίς τον κίνδυνο να κηρύξει πτώχευση η ελληνική γλώσσα. Ομως μερικές φορές υιοθετούμε (και συνήθως αδέξια ή κωμικά) το χρώμα, τους ρυθμούς, ακόμα κάποιους συντακτικούς ή και γραμματικούς κανόνες μιας γλώσσας – και προσωπικά δεν ανήκω στους αναμάρτητους. Το παχύ «g» των νεοσουσούδων δεν είναι καν πταίσμα, είναι μια λεπτομέρεια σχεδόν συμπαθητική σαν το «ch» της Αλεξ Βλαμμένου.

Οπως και να το πούμε, το ρόδο πάντα ευωδιάζει, έλεγε η Ιουλιέτα. Οπως και να προφέρουμε τα προγράμματα stage (σταζ ή στέιτζ) του ΟΑΕΔ, η οσμή της απελπισίας και της εκμετάλλευσης που αποπνέουν δεν αλλάζει. Στην Ελλάδα, όλοι πια τα λέμε «στέιτζ», ενώ σε αρκετές ιστοσελίδες οι ίδιοι οι απασχολούμενοι σε αυτά τα «προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας» συχνά αυτοχαρακτηρίζονται «στέιτζερ». Δεν είναι «στέιτζ» είναι «σταζ», λένε αυτοί που ξέρουν κάτι παραπάνω – και μάλλον έχουν δίκιο.

Και στα δύο πρόσφατα τηλεοπτικά debates, αφιερώθηκε αρκετός χρόνος για τα προγράμματα «στέιτζ». Τι σημασία έχει το ποιος τα πρόφερε σωστά και ποιος όχι; Σημασία έχει ότι η λεπίδα της προσωρινότητας κρεμιέται πάνω από το κεφάλι χιλιάδων ανασφάλιστων νέων εργαζόμενων που αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι ορίζει το κατώτατο ημερομίσθιο. Ναι, είναι προτιμότερο το να εργάζεται κανείς σε stage από το να είναι άνεργος, όπως εξίσου προτιμότερο είναι το να εκτελείται κανείς με θανατηφόρα ένεση παρά το να σφαδάζει στην ηλεκτρική καρέκλα, όμως ακόμα πιο προτιμότερο θα ήταν η κατάργηση της θανατικής ποινής.

Δεν υπάρχουν, λοιπόν, «στέιτζερ» στην Ελλάδα. Υπάρχουν μαθητευόμενοι, ασκούμενοι μοριοσυλλέκτες που όμως έχουν πάψει να ελπίζουν ότι κάποτε θα γίνουν στελέχη του δημόσιου τομέα. Πάντως, είναι παρήγορο το γεγονός ότι, χάρη στο ρεπορτάg, τα προγράμματα stage μπήκαν στην προεκλογική αgένdα. Το κακό είναι ότι μερικές φορές το stage διαρκεί πολύ, πάρα πολύ, έτσι που πολλοί να λένε, όχι «μια ζωή Γκόλφω», αλλά μια ζωή στέιτζερ ή υποψήφιος στέιτζερ, μια ζωή ημι-ανύπαρκτος από γλωσσική, μισθολογική και ασφαλιστική άποψη.