ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξ αφορμης

Στην τηλεοπτική οθόνη, στο σχήμα μιας σερβιέτας, δύο μπίλιες κινούνται ακατάπαυστα υπό τους γνώριμους (στους παλαιότερους) ήχους ενός φλίπερ. Ενα τρέιλερ ιδιωτικού σταθμού προαναγγέλλει το πρόγραμμά του, προβάλλοντας κοντινά πλάνα (σαν) από το εσωτερικό ενός φλίπερ: πιατίνια, στόχοι, μπίλιες σε φρενήρη τροχιά, και πάλι οι γνώριμοι ήχοι, σαν καμπανάκια («χάος οι καμπάνες και τα φώτα», όπως έγραφε στο ΒΗΜΑ, δύο δεκαετίες πριν, ο Νίκος Δήμου, στη «Γενιά των φλίπερ»). Πριν από ένα χρόνο περίπου, μία τηλεοπτική διαφήμιση του Mini Cooper, εμφάνιζε το μοντέλο Clubman να κινείται δίκην μπίλιας πάνω σε μια πίστα φλίπερ, στα ίχνη μιας παλαιότερης διαφήμισης της Pepsi. Τέλος, ένα βιβλίο «εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας», του Ιταλού Τσαπ Μανγκούστα, κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά με εξώφυλλο μια λεπτομέρεια από ένα φλίπερ, δανειζόμενο τον τίτλο και την εικόνα του πρωτοτύπου, ένα μοτίβο που κυριαρχεί και στην τηλεοπτική διαφήμισή του.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η διαφήμιση, μια «μηχανή του χρόνου», η οποία αδιάκοπα (ανα)παράγει σε «οντοσημειολογικό επίπεδο» (Jochen Hžrisch) εικόνες και μηνύματα, «δανείζεται» μία εμβληματική vintage εικόνα από την ηλεκτρική τεχνολογία του ’50, πριν μετασχηματιστεί ηλεκτρονικά και εισχωρήσει ηχητικά στο iPhone. Πρωτίστως, όμως, από το οπλοστάσιο του μαζικού και λαϊκού πολιτισμού της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, όταν το «αμερικανικό όνειρο» μεταλαμπαδευόταν στη Γηραιά Ηπειρο μέσα από τους φωτεινούς πίνακες των φλίπερ.

Αντίθετα, από τις «αριστερόστροφες» αγκυλώσεις, η διαφήμιση λειτουργεί πρωτίστως σαν «αφηγήτρια» ιστοριών από την καθημερινότητα και τον πολιτισμό της κατανάλωσης. Δεν προβάλλει μόνο υπαρκτές (στην υπερβολή ή την πολυτέλειά τους) ανάγκες, πρωτίστως σκηνοθετεί, δηλ. συγκροτεί συμβολικά, συχνά ετερόκλητες, κοινότητες, ανεξαρτήτως ηλικίας, όχι μόνον επί τη βάσει της καταναλωτικής δύναμης και ταυτότητας, αλλά και σε επίπεδο αξιών (οικολογία, lifestyle, ισοτιμία φύλων κ.ά.), όπως συμβαίνει και στα σίριαλ. Εχοντας ενσωματώσει, μεταξύ άλλων, τα διδάγματα από τον Μάη του ’68 και την ποπ αισθητική, με δάνειες οπτικές από το σινεμά και το κόμικ, και χάρις στις τεχνολογικές επαναστάσεις (computer animation κ.ά.), η διαφήμιση «σαν μπίλια του φλίπερ» διεισδύει στα διαρκώς διευρυνόμενα ακροατήρια (audiences).

Μέχρι τη δεκαετία του ’70, το φλίπερ κατέφευγε στην έντυπη διαφήμιση, για να προβάλλει προϊόντα και εταιρείες, ψυχαγωγία και ελεύθερο χρόνο, με κύριο αποδέκτη τη νεολαία, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που κινηματογραφικές σκηνές εκτυλίσσονταν μπροστά σε ένα φλίπερ (ακόμα και σε ελληνικές ταινίες), αν θυμηθούμε τον Γκοντάρ (Αρσενικό Θηλυκό), τον Μελβίλ (Η συμμορία των Σικελών) και, βεβαίως, το θρυλικό Tommy, στο πικάπ και το σινεμά.

Μισόν αιώνα μετά (αν και οι σχετικές διαφημίσεις ανάγονται ήδη στα χρόνια του Μεσοπολέμου), οι όροι αντιστρέφονται: αυτό που προβαλλόταν ως διαφημιστικό προϊόν επανέρχεται, μέσω της διαφήμισης, ως «σημείο αναφοράς». Ο,τι κάποτε κυριαρχούσε στην καθημερινότητα, σήμερα μεταβάλλεται σε αφηγηματικό πλαίσιο. «Θύμα» των βιντεο-παιγνιδιών και του Διαδικτύου, το φλίπερ επιστρέφει σαν βετεράνος πολέμου: έχασε τη μάχη (με τον χρόνο), κέρδισε όμως τη δόξα (με την εικόνα). Game over!