ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποθεσεις

Αν υποθέσουμε ότι τα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας δεν ήταν εφτά, τα έξι ιδιωτικά και το τρισυπόστατο (νεοδημο) κρατικό, όπως τώρα, αλλά δέκα ή και δώδεκα, πώς ακριβώς θα γινόταν το ντιμπέιτ; Πώς δηλαδή θα μοιράζονταν τον χρόνο και τις ερωτήσεις οι δέκα (ή και δώδεκα) τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι και σε πόσες θεματικές ενότητες θα έπρεπε να κοπεί η «εξεταστέα ύλη» ώστε να μείνουν όλοι κάπως ικανοποιημένοι; Μα, θα πει κανένας, πώς είναι δυνατόν, με δεδομένα τα στενά όρια της ελληνικής αγοράς, να υπάρξουν δέκα ή δώδεκα «εθνικοί» δίαυλοι; Μάλλον εύκολη η απάντηση: Μήπως τα ήδη υπάρχοντα υπερεκατό κανάλια, μεγάλα και μικρά, πανελλαδικά και τοπικά, ιδιωτικά, κρατικά και κομματικά (ο κ. Γ. Καρατζαφέρης, λ. χ., είχε ένα, το Τελεσίτυ που εξαρχαΐστηκε σε Τηλεάστυ για να χωρέσουν οι ωρυόμενες ελληνικούρες των αδελφών Γεωργιάδη και πρόσθεσε πλέον και το συμμαχικό «Τηλεφώς» των αυθεντικών οικολόγων, όπως τους χαρακτηρίζει με τον ακατάσχετο λαϊκισμό του) αντιστοιχούν στην πραγματική ζήτηση ή τα βγάζουν πέρα οικονομικώς; Ας μην παραβλέπουμε πόσες αθλητικές εφημερίδες κυκλοφορούν, ποντάροντας οι περισσότερες στο αγριεμένο οπαδικό αίσθημα, που ωστόσο δεν επαρκεί για να τις συντηρήσει όλες, ίσως επειδή προλαβαίνει και ξεσπάει τηλεφωνώντας, με όχι ασήμαντο οικονομικό κόστος, στις επίσης αναρίθμητες ραδιοφωνικές εκπομπές αθλητικού περιεχομένου και, με μικρότερο κόστος, στα πάμπολλα σάιτ και μπλογκ.

Ναι αλλά, θα επέμενε ο προαναφερθείς κανένας, με δεδομένα και πάλι τα όρια των παραχωρούμενων από την πολιτεία συχνοτήτων, πού θα έβρισκαν άδεια οι νέοι ενδιαφερόμενοι μεντιάρχες ώστε να αβγατίσουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί, να γίνουν δέκα ή και δώδεκα; Εύκολη και τούτη τη φορά η απάντηση: Εκεί ακριβώς που τη βρήκαν και οι ήδη υπάρχοντες και εκπέμποντες, ορισμένοι εκ των οποίων διαθέτουν προσωρινή άδεια (και ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, σύμφωνα με τον διάσημο νόμο συμπαντικής ισχύος που κατά τύχη δεν τον ανακάλυψε ο Νεύτων) και άλλοι δεν έχουν ούτε καν αυτή. Διότι, ως γνωστόν, από το 1989 οπότε «άρχισε να ανθεί η πολυφωνία» με την εμφάνιση των ιδιωτικών καναλιών, έχουν περάσει δύο κόμματα από τη διακυβέρνηση του τόπου (συν τη συγκυβέρνηση και την οικουμενική), έχουν περάσει και καμιά δεκαριά «αρμόδιοι» υπουργοί Προεδρίας ή Τύπου (ο κ. Κούβελας, ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Ρέππας, ο κ. Ρουσόπουλος…) που «θα έλυναν επιτέλους το πρόβλημα», όπως έλεγαν όλοι τους στεντορείως. Ωστόσο το τηλεοπτικό τοπίο παραμένει αρρύθμιστο, ημιπαράνομο, για να συνεχίζει «να παράγει τέρατα, να δημιουργεί στρεβλώσεις και να διαιωνίζει σχέσεις αδιαφάνειας», όπως κήρυσσε ο τότε υπουργός Επικρατείας κ. Ρουσόπουλος, ιδιωτεύων πλέον ως βατοπεδιόπληκτος. Τυχαία έγιναν όλα τούτα, εσκεμμένα και υστερόβουλα ή εξαιτίας της πρόδηλης αδυναμίας της πολιτείας απέναντι στη μεντιοκρατία; Αντιγράφω εδώ από ένα επετειακό κείμενο του Σωτήρη Μανιάτη για το «κρυφτούλι με τις άδειες» που κρατάει μόλις είκοσι χρόνια («Ελευθεροτυπία», 20 Ιουνίου 2009): «Το 4ο Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει ότι οι αλλεπάλληλες παρατάσεις νομιμότητας των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ είναι ουσιαστικά παράνομες, αντισυνταγματικές. […] Πριν από είκοσι χρόνια ξεκίνησε αυτή η… περιπέτεια και δυστυχώς παρά τις αλλαγές κυβερνήσεων τίποτε δεν άλλαξε. Συνεχίζεται ένα ιδιότυπο καθεστώς αλληλοομηρίας και αλληλοεκβιασμών κυβερνήσεων και επιχειρηματιών ηλεκτρονικών ΜΜΕ, που εναλλάσσονται στους ρόλους θύτη και θύματος ανάλογα με την περίσταση. Και δυστυχώς με την ίδια νοοτροπία και η τωρινή κυβέρνηση συνεχίζει να παίζει τον Αη Βασίλη κάνοντας «δωράκια» κομμάτια του ραδιοτηλεοπτικού χώρου στους ισχυρούς, τους έχοντες και κατέχοντες, ενώ το «παιχνίδι» ανοίγει ακόμα περισσότερο με το λεγόμενο ψηφιακό μέρισμα, όπου αναμένεται σύγκρουση τηλεοπτικών σταθμών και τηλεπικοινωνιακών ομίλων».

Ενα τρίτο ερώτημα πάντως θα είχε νόημα: Γιατί θεωρείται υποχρεωτικό να προέρχονται αποκλειστικά από την τηλέοραση οι δημοσιογράφοι που συμμετέχουν στα ντιμπέιτ θέτοντας ερωτήσεις ή συντονίζοντας; Εξαφανίστηκαν άραγε από την Ελλάδα οι εφημερίδες, συμπαρασύροντας και τους δημοσιογράφους του γραπτού Τύπου; ΄Η απλώς οι γραφιάδες, όση κι αν είναι η πείρα τους και η ποιότητα της κατατεθειμένης δουλειάς τους, δεν μετράνε ιδιαίτερα μπροστά στους λογάδες (πώς αλλιώς να ονομαστούν δημοσιογράφοι που ίσως δεν έχουν γράψει ποτέ αράδα ή τέλος πάντων «γράφουν» με κύριο όπλο τη φωνή τους και ενίοτε το βλέμμα τους); Φαίνεται ότι το μόνο ισχυρό νόμισμα στην αγορά μας, για να γυρίσουμε σ’ αυτήν, είναι η διαβόητη αναγνωρισιμότητα. Πρέπει να σε αναγνωρίζουν όλοι στο μπαρ στο θέατρο, στο γήπεδο, στον κινηματογράφο, ακόμα και στην παραλία με το μαγιό σου, για να καταξιωθείς σαν δημοσιογράφος, ζωγράφος συγγραφέας, σκηνοθέτης ή οτιδήποτε άλλο και κάποια στιγμή να σε προσκαλέσουν (όχι εσένα, την ευρέως αναγνωρίσιμη εικόνα σου) για να σε εντάξουν στους εκλογικούς συνδυασμούς του ενός ή του άλλου κόμματος, να τοκίσουν κι αυτοί κι εσύ τη δημοτικότητά σου, να γίνεις πια και τυπικά εθνοπατέρας, αφού επί της ουσίας (ή στην επικράτεια των φαντασιώσεών σου, όπου συνήθως κατοικεί και η ουσία) είσαι.

Σύμφωνα με μια πρώτη, πρόχειρη εξήγηση, ο εθιμικός αποκλεισμός των εφημεριδογράφων από τα ντιμπέιτ και η παρουσία τηλεδημοσιογράφων από τα μεγάλα κανάλια επιβάλλεται διότι με το «τέχνασμα» αυτό εξασφαλίζεται η υψηλή τηλεθέαση· το πρόγραμμα θα παρουσιαστεί αυτομάτως και αυτονοήτως σε εθνικό δίκτυο, αφού κάθε δίαυλος θα θελήσει να αυτοπροβληθεί διά του εκλεκτού δημοσιογράφου του (λες και οι δημοσιογράφοι είναι «του» οποιουδήποτε, είναι κτήματα και όχι αυτόφωτοι και αυτοκέλευθοι· αυτό εννοούμε πάντως όταν ακούμε τον συντονιστή ή τη συντονίστρια να επαναλαμβάνει τη σύσταση «ο δημοσιογράφος κ. Τάδε εκ μέρους του καναλιού Δείνα»). Αλλά αν ένα πρόγραμμα δεν αξίζει, έτσι όπως το αφυδατώνουν εκ προοιμίου οι όροι και τα όρια που επιβάλλονται από τα κόμματα και γίνονται ανεκτά, μετά παραπόνων έστω, από τους συμμετέχοντες, γιατί να προβληθεί μαζικά και κυρίως γιατί να παρακολουθηθεί επίσης μαζικά; Λογικότερη ακούγεται η υπόθεση ότι το ντιμπέιτ έχει κατανοηθεί σαν ένα διακαναλικό δελτίο των οχτώ, με κάπως περισσότερη σοβαροφάνεια λόγω της παρουσίας των κουμπωμένων αρχηγών και όχι των υφισταμένων τους, κατά συνέπεια πρέπει να διεκπεραιωθεί από τους εξπέρ των δελτίων, τους εξοικειωμένους με το θέαμα του μη διαλόγου. Και ακόμα πιο λογική ακούγεται η υπόθεση ότι πρόκειται για μια συμβολική αναπαράσταση αυτού που όντως συμβαίνει στον δημόσιο βίο: της διχοτόμησης της εν γένει εξουσίας σε δύο αντίπαλα μπλοκ, το κομματικό και το τηλεοπτικό· «εμείς» κι «εσείς»… Ποιο από τα δύο μισά είναι το ισχυρότερο; Εδώ μάλλον περιττεύουν οι υποθέσεις.