ΑΠΟΨΕΙΣ

Γραμματα Αναγνωστων

Αυτοκριτική

Κύριε διευθυντά

Η χώρα βρίσκεται πάλι -ή ακόμη- σ’ ένα ερεβώδες τούνελ. Κάποιοι βλέπουν φως στην άκρη του, άλλοι εξακολουθούν να βλέπουν ζοφερό σκοτάδι. Για κάποιους χρειάζονται θυσίες, άλλοι ισχυρίζονται ότι έχουν τρόπο να σηκώσουν το… ρελέ για να απλωθεί φως κι ευημερία. Η χώρα κατρακυλάει από το ένα πρόγραμμα εξυγιάνσεως στο άλλο, χωρίς να εγκαλούνται οι «χρυσοκάνθαροι» που αναπολόγητα σκαρφίστηκαν και εφάρμοσαν αλλεπάλληλα αποτυχημένα σχέδια για την ενίσχυση της οικονομίας. Οι κυβερνήσεις ελέγχονται επειδή η σχέση «κόστος – αποτέλεσμα» του αχανούς δημόσιου τομέα είναι αρνητική, η ανάπτυξη κρίσιμων τομέων χωλαίνει και απέτυχαν να επιβάλουν δίκαιο και λυσιτελές φοροεισπρακτικό σύστημα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κράτους. Οι αντιπολιτεύσεις υπονομεύουν τις κυβερνήσεις, επειγόμενες να αναλάβουν εκείνες τη σωτήρια διακυβέρνηση. Οι πολίτες υποστηρίζουν τους μεν και κατακεραυνώνουν τους δε, ενώ ανέλεγκτα παρακάμπτουν αρχές, νόμους, κώδικες και συμφωνίες, προσηλωμένοι στην προσοδοθηρία, τον ωφελιμισμό και την προάσπιση προνομίων, ζημιογόνων για άλλους. Οι συνδικαλιστές, με σκοπό την επανεκλογή τους, κολακεύουν τις συντεχνίες τους αντί να τις καθοδηγούν. Για αυτοκριτική, ούτε λόγος. Πάντα κάποιος άλλος θα φταίει για τα προβλήματα στα πανεπιστήμια, τα καμένα δάση, την υποβαθμισμένη υγεία και παιδεία, την άναρχη δόμηση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την κερδοσκοπία, την οικονομική ύφεση.

Και όμως! Η πολιτική αυτοκριτική είναι δείγμα πολιτισμού και αναδεικνύεται ως το βασικότερο εργαλείο εξόδου από την κρίση, αλλά δεν πρέπει να αφορά μόνο πολιτικά ενεργήματα. Κάνουμε σαν να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι πολίτες αποτελούν την ευρεία δεξαμενή από την οποία επιλέγονται τα στελέχη των κομμάτων, τα μέλη της κυβερνήσεως, οι λειτουργοί του δημόσιου τομέα, ότι οι ίδιοι είναι παραγωγοί και χρήστες των κακών υπηρεσιών και των χαμηλής ποιότητας ακριβών προϊόντων. Μήπως πρέπει και ο λαός -κάποτε- να κάνει την αυτοκριτική του, όχι αόριστα και προσχηματικά, αλλά ειλικρινά και με πραγματικό αίσθημα φιλαλληλίας; Μήπως η χαμηλή παραγωγικότητα οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στη θορυβώδη υπεροψία και άτεγκτη ιδιοτέλεια ομάδων πολιτών, που ακκίζονται ως φιλελεύθεροι ή σοσιαλιστές, αλλά χωρίς αντανακλαστικά αυτοκριτικής, τελούν υπό τη φρενίτιδα του ανερμάτιστου πλουτισμού; Το χαρακτηριστικό των εκσυγχρονισμένων πολιτών είναι ο καταγγελτικός εφησυχασμός, ίσως και με κάποια ανομολόγητη ζήλια για τα «λαμόγια» που τα καταφέρνουν καλύτερα.

Ολοι διαπιστώνουμε δημόσιες και ιδιωτικές δυσλειτουργίες, πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές υστερήσεις, αλλά κανείς δεν θεωρεί τον εαυτό του συνυπεύθυνο γι’ αυτά. Αντίθετα, μάλιστα, όλοι εντάσσουμε τους εαυτούς μας στις εξαιρέσεις. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο ίδιος ο πολίτης αποτελεί, ταυτόχρονα, τον μοναδικό χρηματοδότη, τον παραγωγό και τον χρήστη των τσουρούτικων δημόσιων υπηρεσιών. Παράγει και διαθέτει μη ανταγωνιστικά προϊόντα που, ταυτόχρονα, τα κατακεραυνώνει ως καταναλωτής.

Ως χρηματοδότης, ο πολίτης δυσανασχετεί να πληρώσει τους φόρους του και μετέρχεται λογής κομπίνες προκειμένου να τους αποφύγει, αν και γνωρίζει ότι με ελλιπή χρηματοδότηση δεν μπορεί να έχει καλές υπηρεσίες. Με κατασταλμένο πατριωτικό φρόνημα, απαιτεί από το κράτος να καταβάλει τα ποσά που ο ίδιος παρακρατεί. Ολιγωρεί για την εκτέλεση των καθηκόντων του, που είναι η υπαλληλική συνέπεια και η έγνοια της διαρκούς βελτιώσεως των παρεχομένων υπηρεσιών, ενώ, ταυτόχρονα, ως χρήστης, καταγγέλλει εξοργισμένος, ως αναχρονιστικές δύστοκες και αναποτελεσματικές τις υπηρεσίες που ο ίδιος παράγει. Ο εφοριακός υπάλληλος, π.χ., δυσανασχετεί για την κακή κατάσταση στα νοσοκομεία, αλλά ο ίδιος διατηρεί αναχρονιστικές συνθήκες και δεν διευκολύνει τη βελτίωση του φορολογικού συστήματος. Ο γιατρός εξανίσταται επειδή συγκρούεται με τα κακώς κείμενα στην εφορία, αλλά επιδαψιλεύει κακές συνθήκες νοσηλείας στους ασφαλισμένους που αναζητούν ιατρικές υπηρεσίες.

Ας κατακρίνουμε με αποφασιστικότητα τις κυβερνήσεις που ολιγωρούν και αναλαμβάνουν καθήκοντα, χωρίς να έχουν τρόπο, γνώση και πρόθεση να ανταποκριθούν, αλλά ας γνωρίζουμε ότι η αυτοκριτική μας κάνει συναινετικούς, συνθετικούς και παραγωγικότερους και αποτελεί εργαλείο εξυγιάνσεως υψηλής αποδόσεως.

Μαθιουδακης Γεωργιος MD, PHD – Διευθυντής Παθολογικού Τομέα Νοσοκομείου Πειραιώς

Κοινή λογική

Κύριε Καρκαγιάννη

Στο άρθρο σας «Κάθε Μέρα» στις 15/9/09 διερωτάσθε ποια συνταγή μπορεί να διορθώσει την οικονομία της χώρας μας. Οπως κι εσείς, αγνοώ τις διάφορες οικονομικές θεωρίες. Αντιμετωπίζω όμως το πρόβλημα αυτό με την κοινή λογική. Η χώρα μας είναι καταχρεωμένη. Φέτος θα δανειστεί άλλα 60 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέχρι πότε μπορεί να συνεχιστεί αυτό; Ο οικογενειάρχης που ξοδεύει συνεχώς περισσότερα από το εισόδημά του, συνεχώς δανειζόμενος, στο τέλος χάνει το σπίτι του. Η εξέλιξη αυτή, λογικά, ισχύει και για μια χώρα. Πώς φτάσαμε στο σημείο αυτό;

Ο μακαρίτης Α. Παπανδρέου δημιούργησε μια ψευδαίσθηση στη χώρα μας. Μια εικονική πραγματικότητα. Βελτίωνε συνεχώς την οικονομική κατάσταση των Ελλήνων, ίσως από κοινωνικούς λόγους, αλλά και από λαϊκισμό, σε βάρος της οικονομίας της χώρας μας. Ξόδεψε τον πακτωλό χρημάτων της Ε.Ε. σε καταναλωτικές δαπάνες και όχι για να βελτιώσει τις παραγωγικές υποδομές της χώρας, που ήταν και ο προορισμός του.

Οι Ελληνες συνήθισαν στην επίπλαστη αυτή ευημερία, πίστεψαν στην «Ισχυρή Ελλάδα» του κ. Σημίτη και άρχισαν να δανείζονται και αυτοί για να αγοράζουν σπίτια, αυτοκίνητα κ.λπ. Αδημονούν μάλιστα πότε οι αποδοχές τους θα φτάσουν τα επίπεδα των μεγάλων χωρών της Ε.Ε. Είναι σαν ο μετανάστης που μένει στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας να περιμένει να φτάσει στο επίπεδο ζωής του κατοίκου του ρετιρέ της. Πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι ανήκουμε σε μια πτωχή χώρα, που βέβαια δεν μπορεί να έχει πλούσιους κατοίκους. Να ξεχάσουμε τις ψευδαισθήσεις μας και να προσγειωθούμε στη σκληρή πραγματικότητα. Για να ορθοποδήσει η οικονομία μας θα μπούμε αναγκαστικά σε περίοδο λιτότητας, όχι 2 ή 3 ετών, αλλά δεκαετιών.

Μην πιστεύουμε σε δικαιολογίες ότι και άλλες χώρες, Ιταλία, Αγγλία κ.λπ., έχουν και αυτές οικονομικά προβλήματα. Και σε άλλους λόγους οφείλονται και αυτές είναι γίγαντες σε σχέση με εμάς.

Τι παράγει σήμερα πια η χώρα μας; Ολα σχεδόν εισάγονται και σε λίγο που θα σταματήσουν οι επιδοτήσεις της Ε.Ε. θα καταρρεύσει και η αγροτική παραγωγή μας. Είναι τόσο το οικονομικό χρέος της χώρας μας, που σε κάθε Ελληνα αντιστοιχεί χρέος κάπου 50.000 ευρώ.Πώς θα ξεπληρωθεί αυτό; Μήπως με τα τελευταία μέτρα της κυβέρνησής μας για να αγοράζουμε με δανεικά αυτοκίνητα, ώστε να ορθοποδήσει η αυτοκινητοβιομηχανία της κ. Μέρκελ; Δυστυχώς, τελείωσαν οι αυταπάτες και τα ψέματα.

Ηλιας Μαυρομιχαλης – Αθήνα

Η εκτροπή του Αχελώου

Κύριε διευθυντά

Με τον πηχυαίο τίτλο «Οικολογική καταστροφή στον θεσσαλικό κάμπο», ο κ. Καρκαγιάννης χαρακτηρίζει την ήπια εκτροπή του Αχελώου πολύπαθη, πολυδάπανη και σπάταλη. Γιατί, κ. Καρκαγιάννη, είναι σπάταλη η κρατική αυτή προσπάθεια που βαίνει προς το τέλος της και υλοποιείται ένα από τα μεγαλύτερα έργα της σύγχρονης Ελλάδας, με σκοπό τη σωτηρία της μεγαλύτερης πεδιάδας της χώρας, του θεσσαλικού κάμπου; Εχετε προσωπικά διαπιστώσει ότι αυτή η μικρή εκτροπή προς τον φλεγόμενο κάμπο της Θεσσαλίας είναι ανώφελη και δημιουργεί οικολογικά προβλήματα στη νοτιοδυτική Ελλάδα; Επιθυμείτε ολόκληρη η ποσότητα του υγρού στοιχείου του μεγάλου αυτού ποταμού των 220 χιλιομέτρων, που ξεκινάει από το Μέτσοβο και τα Αγραφα και σαν πελώριο φίδι διασχίζει τη νοτιοδυτική Ελλάδα, να εκβάλει άδοξα στο Ιόνιο Πέλαγος; Δεν προέχει η σωτηρία της Θεσσαλίας; Ο ελληνικός λαός απορεί για τις αρνητικές αυτές φωνές και το οξύμωρο αυτό φαινόμενο, κάποιοι να κρίνουν, να κατακρίνουν και τελικά να απορρίπτουν έργα που βρίσκονται «εν τω περατούσθαι». Ο κ. Καρκαγιάννης καταλήγει με το «μακάβριο», ότι περιθώρια για τη σωτηρία του θεσσαλικού κάμπου και του αγρότη έχουν εκλείψει και θεωρεί ως αίτιο τις υδροφόρες καλλιέργειες κυρίως βαμβάκι και καλαμπόκι, αλλά δεν μας υποδεικνύει εάν πρέπει να επιστρέψουμε στις καλλιέργειες της «Δήμητρας» και εάν αυτές αποτελούν τρόπο επιβίωσης των αγροτών. Γνωρίζει πόσα στρέμματα με καλλιέργεια δημητριακών πρέπει να έχει ο αγρότης για να επιβιώσει; Δεν θέλω να πιστεύω ότι κάποιοι «ηδονίζονται» με το να βλέπουν τα δισεκατομμύρια κυβικά νερού του ποταμού να χάνονται στη θάλασσα. Τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες ας τις κάνουν κομματικά λάβαρα οι οικολόγοι και οι πράσινοι, γιατί ο αγρότης ζει και κινείται παιδιόθεν μέσα στο φυσικό περιβάλλον, το αγαπάει, το φροντίζει και προσπαθεί μέσα σε αυτό και από αυτό να επιβιώσει.

Βλαχος Αλεξανδρος – Ζωγράφου

Ντιμπέιτ χωρίς απαντήσεις

Κύριε διευθυντά

Στην αντιμαχία, σε καίριες ερωτήσεις δεν δόθηκαν απαντήσεις. Οι περισσότερες ερωτήσεις υπήρξαν ανώδυνες. Οι αρχηγοί των δύο «κομμάτων εξουσίας» δεν απήντησαν για την απύθμενη διαφθορά στο Δημόσιο, για τις στρατιές των δημοσίων υπαλλήλων που αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη και ο αριθμός των οποίων είναι ο μεγαλύτερος στην Ε.Ε. Απέφυγαν και οι δύο να δηλώσουν ότι θα επιστραφούν οι μίζες της Siemens στο Δημόσιο. Απέφυγαν να πουν τι θα κάνουν με το καυτό θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής και αν θα κατεδαφιστούν τα 1,5 εκατ. αυθαίρετα. Δεν έδειξαν καμία μεταμέλεια για τις μίζες, τη σήψη, δεν ζήτησαν συγγνώμη, δεν δήλωσαν ότι επιθυμούν αυτοκάθαρση και περιορίστηκαν σε κοκορομαχίες με απύθμενη κενότητα. Αποσιώπησαν σκόπιμα το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η πιο διεφθαρμένη χώρα της Ε.Ε. Αυτό είναι και η αιτία που δεν γίνεται καμία επένδυση στην πατρίδα μας. Η χώρα βρίσκεται στην υπανάπτυξη, σε επίπεδο τριτοκοσμικό και όλα βρίσκονται στο τέλμα. Ο Τσίπρας απέφυγε να θίξει τα του ασύλου και οι οικολόγοι πέταξαν την μπάλα στην κερκίδα για το ζωτικότατο εθνικό θέμα με τα Σκόπια. Δεν υποβλήθηκαν ερωτήσεις όπως ποιο είναι το κόστος των ευρωεκλογών και των βουλευτικών εκλογών, καθώς και πόσα εκατομμύρια δαπανήθηκαν σε αφίσες, φιέστες, μετακινήσεις χειροκροτητών, διαφημίσεις και σημαιάκια, που όλα αυτά τα πληρώνει τελικά ο ελληνικός λαός. Ετσι, οι πολίτες καταλήγουν στο να μην πιστεύουν σε τίποτα. Οι ψηφοφόροι πρέπει να θυμούνται πως η ψήφος δεν είναι τζόγος. Εγέρθητε οι νωθείς.

Γιωργος Τρανταλιδης