ΑΠΟΨΕΙΣ

Απρεπής ιστοριούλα

Με αφορμή τη δίκη των υπευθύνων για τον φόνο του άτυχου Αλέξη Γρηγορόπουλου, που θα αρχίσει στην Αμφισσα στις 20 Ιανουαρίου, θα σας διηγηθώ μια επίκαιρη ιστορία (ή ιστοριούλα) που πολλοί θα τη βρουν προσβλητική και ανεπίτρεπτη.

Στις 22 ή 23 Απριλίου του 1967, όταν οι συνταγματάρχες διέπραξαν το πραξικόπημά τους, είχα την ατυχία να είμαι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του φόνου του άτυχου Ελή, σε μια μεγάλη αίθουσα ή απλώς υπόστεγο του παλιού Ιπποδρόμου, στο Δέλτα του Φαλήρου. Είχαμε συλληφθεί από το πρωί της πρώτης μέρας του πραξικοπήματος, μερικοί από τα χαράματα. Μαζί με όλους και ο Ελής.

Φονιάς, ένας νεαρός ανθυπολοχαγός ή υπολοχαγός, ο οποίος μετά το 1974 καταδικάστηκε και έμεινε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Ο χρόνος του φόνου: Προχωρημένο απριλιάτικο και βροχερό απόγευμα, δεν είχε ακόμη σουρουπώσει. Ακριβής τόπος: Ο Ελής, μαζί με άλλους κρατουμένους, ερχόταν βιαστικά, αν όχι τρέχοντας, από την αλάνα του Ιπποδρόμου, όπου μια μικρή ομάδα στρατιωτών, με προτεταμένες λόγχες και αυτόματα, τους συνόδευε για τις σωματικές τους ανάγκες. Επικεφαλής ο θερμοκέφαλος ανθυπολοχαγός, ο οποίος κραδαίνοντας περίστροφο εκραύγαζε τα γνωστά συνθήματα, «κομμούνια θα πεθάνετε» κ.λπ. Η όλη ατμόσφαιρα θύμιζε λίγο «καψόνι» νεοσυλλέκτων, που τουλάχιστον εκείνη την εποχή συνηθιζόταν στα στρατόπεδα εκπαίδευσης. Είχαν δυστυχώς τη γνώμη ότι με τον τρόπο αυτόν θα πετύχουν ταυτόχρονα σωματική άσκηση, διαμόφωση φρονήματος και αναγκαστική αποδοχή της πιο ανόητης πειθαρχίας. Πιστεύω ότι μέσα σ’ αυτήν την περίπλοκη διαδικασία, οι διωκόμενοι τρομοκρατούνται, αλλά οι διώκτες εξάπτονται (επιτέλους, μια ευκαιρία για να ασκήσουν εξουσία, κάποια εξουσία, και ήδη αισθάνονται την ηδονή της) και… τα όπλα εκπυρσοκροτούν από μόνα τους!

Ετσι, μόλις ο άτυχος Ελής πέρασε τη μεγάλη πόρτα του θαλάμου και δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να… δραπετεύσει ή κατά άλλο τρόπο να απειθαρχήσει… το περίστροφο του ανθυπολοχαγού εκπυρσοκρότησε από μόνο του, μισό μέτρο πίσω από το κεφάλι του θύματος!

Καθόμασταν σε μια κουβέρτα στο δάπεδο του θαλάμου μαζί με τον μακαρίτη γιατρό Μανώλη Σιγανό και τον επίσης μακαρίτη Κυριάκο Τσακίρη. Ακούσαμε τον πυροβολισμό και είδαμε τον Ελή να πέφτει. Δίπλα από μας καθόταν ο Γιάννης Ρίτσος, άκουσε και αυτός και είδε και αμέσως, με απόγνωση και αποτροπιασμό, έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του.

Λίγα μέτρα πιο πέρα καθόταν ο δημοσιογράφος και ιστορικός, μακαρίτης επίσης, Τάσος Βουρνάς, που αργότερα κατέγραψε το περιστατικό όπως τώρα το αφηγούμαι, καμιά διαφορά στην περιγραφή των γεγονότων. Αλλού βρισκόταν η διαφορά μας και το συζητήσαμε μετά και στα στρατόπεδα της Γυάρου και του Παρθενίου. Ο Τάσος αποκαλούσε τον φόνο «εκτέλεση» και τον απέδιδε σε προειλημμένη απόφαση της Χούντας. Ισως, αμέσως μετά τον φόνο, από φόβο δεν τολμούσα να δεχθώ αυτή την ερμηνεία και πίστευα (το πιστεύω ακόμη) ότι ο φόνος διαπράχθηκε σε περιβάλλον σκόπιμα υποκινούμενης έξαψης, ώστε σαφώς να διαμορφωθούν τα αντίπαλα στρατόπεδα. Βγάζω αυτό το συμπέρασμα από το ηλίθια τρομοκρατημένο ύφος του ανθυπολοχαγού και από την απόγνωση ενός λοχαγού, που προφανώς εκτελούσε χρέη διοικητή βάρδιας και μάταια προσπαθούσε να καθησυχάσει τα πνεύματα.

Δεν ξέρω γιατί αυτή η ερμηνεία του περιστατικού θεωρείται ελαφρυντική για τον φονιά. Ασφαλώς είναι διαφορετική και περισσότεροι οι ένοχοι… Τουλάχιστον για τον φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου.