ΑΠΟΨΕΙΣ

Διάλογος εκ νέου με την Αγκυρα

Νέο γύρο διαπραγματεύσεων φαίνεται ότι προωθούν οι πρωθυπουργοί Ελλάδος Γιώργος Παπανδρέου και Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά την ανταλλαγή των σχετικών επιστολών. Χρήσιμος πάντα ο διάλογος και ευκταία η επίλυση των διαφορών, αλλά οι συνομιλίες, οψέποτε αρχίσουν, θα διεξαχθούν υπό αντιπαραγωγικές συνθήκες.

Η εσωτερική διαπάλη στην Τουρκία, μεταξύ του ισλαμιστή πρωθυπουργού κ. Ερντογάν και του στρατιωτικού κατεστημένου, οξύνεται επικίνδυνα για μία φορά ακόμη. Η ελληνική κυβέρνηση καλείται, από την άλλη πλευρά, να διαχειρισθεί τη χειρότερη οικονομική κρίση από το τέλος του τελευταίου Παγκοσμίου Πολέμου. Υπό τις συνθήκες αυτές, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι είναι δυνατή η αποσύνδεση του χειρισμού των διεθνών θεμάτων από την εσωτερική σκηνή, που για διαφορετικούς λόγους μπορεί να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις και στις δύο χώρες.

Είναι αλήθεια ότι η πρωτοβουλία προήλθε από τον κ. Ερντογάν και ότι ο κ. Παπανδρέου όφειλε να ανταποκριθεί· είναι επίσης σαφές ότι οι δύο πρωθυπουργοί στις επιστολές που αντήλλαξαν -σύμφωνα πάντα με όσα δημοσιοποιήθηκαν- επαναλαμβάνουν τις πάγιες θέσεις των χωρών τους. Εκτός ενός σημείου, όπου ο κ. Παπανδρέου προτείνει χρονοδιάγραμμα -ενάμισι έως δύο χρόνια- στις διερευνητικές επαφές των δύο πλευρών, μετά το τέλος του οποίου οι δύο χώρες ενεργούσες από κοινού θα παραπέμψουν το θέμα της υφαλοκρηπίδος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Με χρονοδιάγραμμα επιχειρούσε και η κυβέρνηση του κ. Κώστα Σημίτη να επιτύχει την παραπομπή στη Χάγη των «συνοριακών διαφορών» Ελλάδος και Τουρκίας στη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι, το 1999. Αλλά την εποχή εκείνη η δυναμική ήταν διαφορετική. Η Αγκυρα έδιδε την εντύπωση ότι επειγόταν για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός παραμένει, βέβαια, αλλά οι προτεραιότητες της τουρκικής πολιτικής έχουν μεταβληθεί σημαντικότατα τα τελευταία χρόνια. Τα χρονοδιαγράμματα, κατά συνέπεια, δεν εξυπηρετούν καμία ουσιαστική ανάγκη της Αγκυρας. Πέραν τούτου, το θέμα του καθορισμού της υφαλοκρηπίδος, δεν είναι για την Τουρκία η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο κρατών, όπως συμβαίνει με την χώρα μας. Και οι προτεραιότητες δεν καθορίζονται μονομερώς από τον έναν συνομιλητή. Ως υπουργός Εξωτερικών ο κ. Παπανδρέου αξιοποίησε τη συγκυρία, στο παρελθόν, για να εξομαλύνει την ένταση που είχε προσλάβει άκρως επικίνδυνες διαστάσεις με την υπόθεση Οτσαλάν. Σήμερα, που το ευρωπαϊκό δέλεαρ έχει σημαντικά αποδυναμωθεί και οι σχέσεις Αθηνών – Αγκύρας δεν διέρχονται φάση εκτραχύνσεως, ο όποιος διάλογος θα ήταν εκ των πραγμάτων ουσιαστικός. Αλλά επειδή προϋποθέσεις υπερκεράσεως των διαφορών δεν φαίνεται να υπάρχουν, η μάχη θα δοθεί εκ νέου στο επίπεδο των εντυπώσεων, προς το συμφέρον ίσως και των δύο μερών.