ΑΠΟΨΕΙΣ

Εθισμένοι στον λαϊκισμό

Η πολιτική, πιστεύουν πολλοί, είναι η κατηγοριοποίηση του μίσους. Οσοι προσπαθούν να χωρίσουν την κοινωνία σε φυλετικές βάσεις αποκαλούνται ρατσιστές. Οσοι θέλουν να μας διχάσουν με βάση τη θρησκεία αποκαλούνται μισαλλόδοξοι, ενώ εκείνοι που επιδιώκουν να μας χωρίσουν με βάση τις κοινωνικές τάξεις αποκαλούνται λαϊκιστές ή ελιτιστές.

Οι δύο αυτές θέσεις -ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός- μοιάζουν διαφορετικές, αλλά αποτελούν στην πραγματικότητα τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο θεωρούν εκ προοιμίου ότι η κοινωνία μιας χώρας είναι διχασμένη, ενώ και οι δύο παρουσιάζουν την πολιτική ως πάλη μεταξύ των φωτισμένων και των διεφθαρμένων, των αγνών και των προδοτών.

Και οι δύο αυτές απόψεις θα μας συνοδεύουν πάντα, αλλά στις ημέρες μας ο λαϊκισμός είναι της μόδας. Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν τους δικούς τους λαϊκιστές. Η Σάρα Πέιλιν πέτυχε να διαιρέσει τους Αμερικανούς, σε «πραγματικούς Αμερικανούς» και μέλη της πολιτιστικής ελίτ. Και οι Δημοκρατικοί διαθέτουν τους λαϊκιστές τους. Μετά την ήττα του κόμματος στη Μασαχουσέτη, πολλοί Δημοκρατικοί αποφάσισαν -όπως όλα δείχνουν- ότι το κόμμα τους οφείλει να μιμηθεί άκριτα τη ρητορική της προεκλογικής εκστρατείας του Τζον Εντουαρντς. Επιδιώκουν έτσι να διχάσουν τη χώρα σε δύο διακριτές, αλλά εντελώς πλασματικές ομάδες, τους αληθινούς Αμερικανούς, κατοίκους των κωμοπόλεων-καρτ ποστάλ και σε όσους υπηρετούν τα υποχθόνια συμφέροντα της Ουόλ Στριτ.

Είναι εύκολο να δει κανείς γιατί οι πολιτικοί ασπάζονται τον λαϊκισμό. Πρώτον, κάνει τα πάντα πολύ απλά. Την οικονομική κρίση προκάλεσε μόνη της η Goldman Sachs, λένε οι λαϊκιστές. Δεύτερον, απαλλάσσει τους ψηφοφόρους από τις ευθύνες τους. Πολλοί τραπεζίτες ενήργησαν βλακωδώς, αλλά το ίδιο έκανε και ο μέσος Αμερικανός, που προχώρησε σε πρωτόγνωρο προσωπικό δανεισμό. Σύμφωνα με τη λαϊκιστική ρητορική, πρέπει να καταδικάσουμε τον πρώτο και να αθωώσουμε τον δεύτερο. Τρίτον, ο λαϊκισμός είναι δημοφιλής στην άρχουσα τάξη. Η ελίτ των Δημοκρατικών καλλιεργεί την εξής φαντασίωση: ότι οι ψηφοφόροι θα νιώσουν τέτοια οργή για τους διοικούντες κατόχους τίτλων Μάστερς, που θα παραδώσουν την εξουσία στους κατόχους Διδακτορικών. Η ρεπουμπλικανική ελίτ καλλιεργεί τη φαντασίωση ότι οι ψηφοφόροι θα οργισθούν τόσο με τους κατόχους Διδακτορικών, που θα προσφέρουν την εξουσία στους κατόχους Μάστερς.

Η σαγήνη του λαϊκισμού είναι λοιπόν εμφανής. Η ιστορία του, όμως, ταυτίζεται με τις ήττες και αυτό γιατί οι ψηφοφόροι δεν είναι τόσο ανόητοι όσο φαντάζονται οι λαϊκιστές, γνωρίζοντας ότι η τιμωρία των ελίτ δεν θα οδηγήσει από μόνη της σε βελτιωμένες κοινωνικές συνθήκες και δεν πρόκειται να επιλύσει τα προβλήματα ενός κράτους.

Το αμερικανικό κράτος οικοδομήθηκε από αντι-λαϊκιστές, όπως τον Αλεξάντρ Χάμιλτον και τον Αβραάμ Λίνκολν, που απέρριψαν με πάθος την ιδέα ότι η εθνική οικονομία μπορεί να είναι μια απλή διαπάλη για τη συσσώρευση αγαθών από διάφορες τάξεις. Αντίθετα, πίστεψαν ότι σε μια ενιαία εθνική οικονομία, ένα αλληλένδετο σύστημα παραγωγής, εμπορίου και επενδύσεων. Ο Χάμιλτον υποστήριξε τις κεφαλαιαγορές και ο Λίνκολν τις τράπεζες όχι επειδή αγάπησαν τους θεσμούς αυτούς, αλλά γιατί γνώριζαν ότι μια εύρωστη καπιταλιστική οικονομία θα προσέφερε ευκαιρίες σε φτωχά παιδιά, όπως αυτοί.

Η διχαστική στάση των σύγχρονων λαϊκιστών, απειλεί τη σώφρονα τραπεζική πολιτική του Ομπάμα και απειλεί την εθνική μας συνοχή.