ΑΠΟΨΕΙΣ

Νευρώνες πρασίνου για την Αθήνα

Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, εκεί γύρω στο 1976, με απόφαση ή καλύτερα με ενόραση του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή άρχισε ένα μοναδικό πρόγραμμα αναζωογόνησης της Αττικής με την αναδάσωση των περιαστικών ορεινών όγκων Υμηττού, Αιγάλεω, Πεντέλης και Πάρνηθας.

Τότε συντάχτηκαν και οι πρώτες και ίσως μοναδικές έκτοτε ολοκληρωμένες μελέτες όχι μόνον αναδάσωσης, αλλά ανάδειξης των ορεινών όγκων σε ουσιαστικούς χώρους υπαίθριας αναψυχής για το λεκανοπέδιο της Αττικής.

Τότε ήταν που οι θέσεις στον Υμηττό, όπως Κουβαράς, Καρέας, Καλοπούλα κ. ά., ή στην Πεντέλη, στο Αιγάλεω και στην Πάρνηθα, μαζί με το σοβαρό αισθητικό αναδασωτικό τους πρόσωπο, απέκτησαν και δρόμους αντιπυρικούς, μονοπάτια αναψυχής, διαδρομές άσκησης, θέσεις πικ νικ, καθιστικά, θέσεις θέας, εκπαιδευτικά περιβαλλοντικά μονοπάτια. Τότε ήταν που μια στρατιά Πομάκων όργωσε όλους τους χώρους και φύτεψε εκατομμύρια φυτά.

Το έργο εκείνο αφού μεσολάβησαν κάμποσα χρόνια συμπληρώθηκε και πήρε μία ακόμη νέα ώθηση επί των ημερών της πρωθυπουργίας του Κώστα Σημίτη με επικεφαλής τον στενό συνεργάτη του -ίσως τον μοναδικό φιλοδασικό δημόσιο άνδρα- Αντώνη Αγγελίδη.

Το περιαστικό αυτό πράσινο, μια μοναδική ανάσα για το λεκανοπέδιο, δυστυχώς ποτέ δεν έτυχε μιας ολοκληρωμένης διαχείρισης, να είχε τότε π. χ. συνδυαστεί με το διάσπαρτο και κατακερματισμένο αστικό πράσινο της πρωτεύουσας.

Οι λόγοι πολλοί, με κύρια αίτια την πολυδιάσπαση της διοίκησής τους, τις δημοτικές όμορες διεκδικήσεις και σαφώς την απουσία ενός ολοκληρωμένου χωροταξικού, αλλά και πολεοδομικού σχεδιασμού από τους ποικίλους εμπλεκόμενους οργανισμούς Αθήνας, συνδέσμους Υμηττού, Αιγάλεω και Κύριος οίδε πόσους άλλους, που δεν κατόρθωσαν να διαβλέψουν τη σοβαρότητα της περιβαλλοντικής παρουσίας των χώρων αυτών και ανάλογα να τους προστατέψουν.

Ετσι, η πλημμελής διαχείριση μαζί με την απώλεια πόρων άνοιξαν την όρεξη σε καταπατητές και μοιραία οδήγησαν στις πολλές και τραγικές συνθήκες των πύρινων καλοκαιρινών πυρκαγιών του 2007 και πρόσφατα του 2009.

Αυτήν ακριβώς την απουσία ολοκληρωμένης θεώρησης θέλουμε να επισημάνουμε και με το σημείωμά μας αυτό να αποφευχθούν νέα λάθη.

Μπορεί ο νέος πρόεδρος του Οργανισμού της Αθήνας Καθηγητής κ. Ι. Πολύζος να ήταν ανάμεσα στους συντελεστές της μελέτης του υπερτοπικού -όπως αρέσκεται να λέγεται -Γουδή (Ερευνητικό πρόγραμμα ΕΜΠ), που όμως θα πρέπει να τονίσουμε δεν ήταν και η μοναδική μελέτη (Δήμος Αθηναίων, Διπλωματική Σπουδαστριών ΕΜΠ κ. ά.), αλλά για δύο τετραετίες υπήρξε και συνεχίζει να είναι και αντιπρύτανης του ΕΜΠ.

Αρα γνωρίζει πολύ καλά και τους άλλους γειτνιάζοντες στου Γουδή χώρους, αυτόν των 1.000 και πλέον στρεμμάτων της Πολυτεχνειούπολης Ζωγράφου, αλλά και της «διπλανής πόρτας» της Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου που ήταν ο άλλοτε χώρος φυτωρίου της Δασικής Υπηρεσίας.

Οι χώροι αυτοί αποτελούν τον σύνδεσμο και συνιστούσαν την παλαιότερη γεωμορφολογική και οικολογική συνέχεια των δυτικών υπωρειών του Υμηττού με τη μητροπολιτική Αθήνα.

Δεν αρκεί λοιπόν μια μόνο μελέτη -όσο καλή και να είναι- αυτή του Γουδή. Επιβάλλεται για λόγους οικολογικής συνέχειας και συνέπειας, σωστής διαχείρισης και προπάντων βελτίωσης του μικροκλίματος ενός μεγάλου μέρους της Αθήνας η ολοκληρωμένη μελέτη διασύνδεσης του περιαστικού πρασίνου του Υμηττού με το αστικό πράσινο της πόλης.

Μία λοιπόν σοβαρή πράσινη ζώνη -ένας νευρώνας ζωής και αναπνοής-, που να ξεκινάει από τον Υμηττό, να διέρχεται από τις πανεπιστημιουπόλεις, να συναντάει το Γουδή και το διπλανό Φυτώριο του Δήμου, να διαπλέκεται με το πάρκο της Σχολής Αστυνομίας και να ανηφορίζει μέσω του πάρκου Ρηγίλλης και Ευαγγελισμού μέχρι να ανταμωθεί με τον λόφο του Λυκαβηττού, συνιστά έναν μοναδικό περιβαλλοντικό σχεδιασμό για τη βελτίωση του περιβάλλοντος της πρωτεύουσας.

Ενας τέτοιος πράσινος νευρώνας σε μία πόλη που ασφυκτιά θα είναι αυτός που θα προσφέρει οξυγόνο στην πόλη, ρεύματα δροσερού αέρα, εμπλουτισμό με πτηνική πανίδα, αλλά προπάντων θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για αναψυχή στους ταλαίπωρους κατοίκους της πόλης.

Είναι συνεπώς επιβεβλημένη από πλευράς Οργανισμού της Αθήνας, ως υπεύθυνου φορέα για το αθροιστικό αποτέλεσμα των ανοιχτών χώρων στην πόλη, να εξετάσει με προσοχή τρόπους διασύνδεσης του εν λόγω πρασίνου σε ενιαίο χώρο, ενίσχυσής του, αλλά προπάντων ολοκληρωμένης διαχείρισής του χωρίς τις γνωστές αγκυλώσεις και εμπόδια των δημόσιων και δημοτικών… παραγόντων. Κάτι ανάλογο επιβάλλεται να γίνει και με τους άλλους ορεινούς όγκους του Λεκανοπεδίου, ενόψει μάλιστα των μελετών αναδασώσεων μετά τις καταστροφές τις παρισινές, ώστε η πόλη να διασυνδεθεί μέσα από αντίστοιχους πράσινους νευρώνες με τους περιαστικούς χώρους δημιουργώντας ένα μοναδικό σύστημα περιβαλλοντικής «βιοκλιματικής» ανάσας.

* Ο κ. Κώστας Κασσιός είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ.