ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποθεσεις

Τα καλά νέα είναι ότι το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου της Σούπερ Λίγκας τελείωσε, όπως και το Κύπελλο, οπότε, όσοι αγαπούν την μπάλα για ό, τι όντως είναι, μπορούν απερίσπαστοι να παρακολουθούν τους αγώνες του Τσάμπιονς Λιγκ. Τα κακά νέα είναι ότι υπολείπονται οι αγώνες που θα κρίνουν ποιος θα αναδειχθεί δεύτερος: δώδεκα ντέρμπι ανάμεσα σε Ολυμπιακό, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ και Αρη, ανάμεσα δηλαδή σε ομάδες που τις χωρίζουν, ανά δύο, πάθη βαθύρριζα υποτίθεται, δηλαδή ρηχότατα. Κακό επίσης είναι ότι, εκτός από κάμποσα παιχνίδια της Β΄ και της Γ΄ Εθνικής (τα άγονα γήπεδα των οποίων καθιστούν υποχρεωτική τη συχνή προσφυγή σε πατροπαράδοτους τίτλους του είδους «αίμα και άμμος»), απομένουν οι τελικοί για το πρωτάθλημα μπάσκετ ανάμεσα (πιθανότατα) στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, οι τελικοί για την πρωτιά στο βόλεϊ ανδρών με (πιθανότατους, δηλαδή βέβαιους) αντιπάλους και πάλι τους «αιωνίους» της αθλητικής μας μυθολογίας, και οι τελικοί για το βόλεϊ γυναικών, επίσης με διεκδικητές του τροπαίου τους κόκκινους και τους πράσινους. Απομένουν δηλαδή τουλάχιστον είκοσι παιχνίδια υψηλής επικινδυνότητας στα οποία το φανατικά λατρευόμενο αθλητικό πνεύμα θα λάμψει, υπό μία αυστηρή προϋπόθεση ωστόσο: να τελεστούν οι αγώνες με μια κάποια παραλλαγή της δημοφιλούς εσχάτως μεθόδου της τηλεδιάσκεψης: Κάθε ομάδα κλείνεται στο ξενοδοχείο της, σύμφωνα και με τη σχετική παράδοση άλλωστε που προστατεύει τους παίκτες από τους ποικιλόμορφους πειρασμούς, και ανταγωνίζεται με την αντίπαλή της διαδικτυακώς· παίζουν δηλαδή σε ένα ιντερνετικό πλέι στέισον το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ τους. Από μακριά κι αγαπημένοι, σωστά δεν έχει ειπωθεί; Κι ύστερα, μήπως γι’ αυτό δεν υπάρχει η τεχνολογία, για να κατευνάζει τα πάθη των ανθρώπων, υψώνοντας γύρω τους τείχη αφανή μεν πλην μεγάλα και υψηλά;

Αν πάντως θέλουμε να κοιτάξουμε καταπρόσωπο την ενδογηπεδική και περιγηπεδική βία, μήπως και αναγνωρίσουμε κάποια κρίσιμα χαρακτηριστικά της και κάτι καταφέρουμε, θα πρέπει πρώτα πρώτα να σταθούμε στο γεγονός ότι πλέον δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποια αφορμή για να εκδηλωθεί, ούτε καν πρόσχημα· ούτε τα «φαλτσοσφυρίγματα» φταίνε ούτε οι «προκλήσεις των αντιπάλων» ούτε «η απρόκλητη βία των ΜΑΤ». Συχνά δεν χρειάζεται καν να διεξάγεται κάποιος αγώνας για να λάβουν χώρα βίαια επεισόδια, αφού αρκεί ένα «ραντεβού θανάτου» κλεισμένο με SMS ή με τη συνδρομή κάποιου μπλογκ, για να βγουν τα σπαθιά και τα μαχαίρια, ν’ ανοίξουν κεφάλια, να σπάσουν χέρια και πόδια και να κοπούν τα ήπατα των πολεμίων· και συχνές είναι επίσης οι επιθέσεις με μολότοφ, βαριοπούλες, τσεκούρια και λοιπά φίλαθλα σύνεργα σε «άντρα» ή «γιάφκες» αντιπάλων, σε γραφεία συνδέσμων δηλαδή, εντός των οποίων άλλοι «αγνοί φίλαθλοι» του ενός ή του άλλου «ιστορικού συλλόγου» επιδίδονται στην πολεμική τους προπαρασκευή.

Δεν πρόκειται πια για τους αθλητικούς αγώνες σαν ήπια και ακίνδυνα συμβολικά υποκατάστατα του πολέμου, αλλά για έναν χαμηλό εμφύλιο πόλεμο διαρκείας που διαθέτει δεκάδες μέτωπα ανά τη χώρα (ούτε οι αναμετρήσεις παιδιών και εφήβων δεν μένουν αμόλυντες) και για τον οποίο περιττεύουν οι αιτίες και οι αφορμές, τα επιχειρήματα και οι εξηγήσεις. Σαν να έχει υπάρξει μια πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου βίας, το οποίο πρέπει να «επενδυθεί» γρήγορα και με οποιονδήποτε τρόπο για να μην απαξιωθεί· σαν να έχει σχηματιστεί ένα τεράστιο απόθεμα αδρεναλίνης που πρέπει να εκλυθεί για να μην πνίξει τους ίδιους τους «φορείς» του. Η διέγερση των οπαδικών μαζών από ιδιοκτήτες και προέδρους, και βεβαίως από τους έντυπους, ραδιοφωνικούς, καναλικούς και διαδικτυακούς προπαγανδιστές (δημοσιογράφοι ή «δημοσιογράφοι» που σιτίζονται από τους επιχειρηματίες του αθλητισμού), παίζει βέβαια σοβαρό ρόλο, αλλά δεν αρκεί για να ερμηνεύσει πλήρως τα πράγματα. Ούτε η κοινωνιογενής βία που συσσωρεύεται και πιέζει τον ψυχισμό του καθενός ούτε η ολοένα και πιο ατιθάσευτη επιθυμία απελευθέρωσης και εκδήλωσής της μέσα από το τελετουργικό των επεισοδίων (υπό μορφή αντιδότου στην καταπιεστική καθημερινότητα ή αντιποίνων κατά του κράτους εν γένει και όχι κατά των αντίπαλων οπαδών), σχετίζονται αποκλειστικά με τον αθλητισμό. Μολαταύτα εμείς εξακολουθούμε να αποκοιμίζουμε εαυτούς και αλλήλους μ’ εκείνο το νανούρισμα για το αθλητικό πνεύμα που γεννήθηκε εδώ, άρα εμείς τυγχάνουμε οι μοναδικοί θεματοφύλακές του και οι γνήσιοι εκφραστές του. Αλλά μήπως επρόκειτο τελικά για ανεμογκάστρι ή για έγκυο μόρο, όπου γεννήθηκε μεν το μωρό αλλά στη γέννα επάνω έχασε τη ζωή της η μητέρα που θα το θήλαζε και θα το στήριζε στα πόδια του; Προς αυτή τη σκέψη μάς οδηγούν όχι μόνο οι πολλές και διαπιστωμένες αγωνιστικές παρατυπίες και ανομίες στην ίδια την ολυμπιακή αρχαιότητα όσα και το ότι το μωρό μπουσούλησε μέσα στα αίματα που χύθηκαν για τη χάρη του: Χρόνια και χρόνια πολεμούσαν οι Πισάτες και οι Ηλείοι για το προνόμιο της προεδρίας των Ολυμπιακών, από το 588 μ. Χ. έως το 572, νίκησαν οι Ηλείοι και εκθεμελίωσαν την Πίσα. Κοντά δύο αιώνες μετά, το 362 π. Χ., συμμάχησαν οι Πισάτες με τους Αρκάδες, ξαναπήραν προσωρινά τα ηνία των Ολυμπιακών αγώνων αλλά οι Ηλείοι βγήκαν και πάλι νικητές και, με το βαρύτατο κύρος των όπλων τους, ακύρωσαν την 104η Ολυμπιάδα που είχαν διοργανώσει οι αντίπαλοί τους, οι οποίοι έπειτα απέμειναν ψιλό όνομα στην ιστορία. Μόνο η κλίμακα αλλάζει, όχι η πρόθεση ή η μανική συμπεριφορά, όταν βλέπουμε, πολλές φορές στη διάρκεια κάθε πρωταθλήματος, τους καλά αρματωμένους και οργανωμένους οπαδικούς στρατούς να εισβάλλουν στην αντίπαλη πόλη, με συνθήματα-θούριους που συνοψίζονται στο μηδέποτε λεγόμενο αλλά ευκόλως εννοούμενο «νόμος είναι το δίκιο του τσαμπουκά μας», και να επιβάλλουν καθεστώς προσωρινής κατοχής σπάζοντας, λεηλατώντας, τρομοκρατώντας τους ντόπιους και ταπεινώνοντάς τους. Μοιάζει σαν η παλιά διάκριση σε πόλεις-κράτη να ανασταίνεται μέσα από την αντιπαλότητα ομάδων-μικροκρατών και με τον συνθηματολογικό χωρισμό σε «Βόρειους» και «Νότιους», «Ελληνες», «Βούλγαρους» και «Τούρκους».

Μα ναι, αν αναζητούμε πειστήρια αιματικής γνησιότητας, τίποτε από τα κακά των αρχαίων δεν μας λείπει, ενώ μάλλον δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς τις αρετές τους. Αλλη απόδειξη; Πώς σφαζόμαστε εμείς, μεταφορικά αλλά και ενίοτε κυριολεκτικά, για την προτεραιότητα. Ετσι και οι παλαιοί, στον μύθο έστω. Ο πρώτος δολοφόνος για την προτεραιότητα, εδώ γεννήθηκε. Ο Οιδίποδας ήταν, που πήρε τη ζωή του πατέρα του τού Λάιου όταν συναντήθηκαν σε ένα τρίστρατο, μια «σχιστή οδό», σε εποχή χωρίς σηματοδότες. Μήπως λοιπόν λάθεψε ο Φρόυντ και είναι άλλο το περιεχόμενο του οιδιποδείου συμπλέγματος, ας πούμε όχι η άρρητη και άπρεπη λατρεία της μάνας αλλά η κραυγαλέα και καθωσπρέπει λατρεία του εαυτού μας, ο οποίος έχει πάντοτε το δίκιο με το μέρος του, σε όποιο τρίστρατο κι αν τύχει να βρεθεί, σε όποιο τρίστρατο;