ΑΠΟΨΕΙΣ

Μακρυγιάννης: μια νέα ανάγνωση (II)

Στο έργο του για τους Σαρακατσάνους (John K. Campbell, Honour, Family and Patronage. A Study of Institutions and Moral Values in a Greek Mountain Community, Oxford University Press, 1964.), ο σημαντικός ανθρωπολόγος και ιστορικός John K.Campbell, συγκρίνει έναν ανώνυμο εκπρόσωπο μιας ελληνικής ποιμενικής κοινότητας του 1950 με τον στρατηγό Μακρυγιάννη. Και οι δύο διαπραγματεύτηκαν με τον άγιό τους μια χάρη με αντάλλαγμα κάποιο τάμα. Είναι η μοναδική αναφορά ανθρωπολόγου στα «Απομνημονεύματα» του Ρουμελιώτη αγωνιστή, ο οποίος έγινε το ίνδαλμα νεωτεριστών και συντηρητικών της ελληνικής διανόησης.

Τι είναι όμως αυτό που εξασφαλίζει στον Μακρυγιάννη την αποδοχή από άτομα ολόκληρου του πολιτικού φάσματος; Είναι η επίκληση της αδικίας που κάθε Ελληνας αντιλαμβάνεται όταν συντελείται εις βάρος του; Η αδυναμία του Ελληνα να καταδικάσει την παράβαση όταν τη διαπράττει ο ίδιος; Η ηθική των δύο κριτηρίων που ξεχωρίζει τους ημέτερους από τους άλλους; Η αφήγηση του Μακρυγιάννη αποκαλύπτει αυτά και άλλα πολλά προβληματικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, χωρίς ωστόσο να αποδίδει στον ίδιο τον αφηγητή ευθύνη ή έστω εμπλοκή στα δρώμενα. Οταν στηλιτεύει, αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα, τον Μαυροκορδάτο, τον Κωλέττη και τον Γκούρα, δεν αναλογίζεται ότι αυτοί υπήρξαν προστάτες και εργοδότες του σε προηγούμενη περίοδο της ζωής του. Για τους αντιπάλους του στον εμφύλιο, όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας, δεν έχει κανένα λόγο αναγνώρισης ή συμπάθειας. Τον θάνατο του Πάνου Κολοκοτρώνη στον εμφύλιο θεωρεί ως το μόνο αίμα που έδωσε η οικογένειά του κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ενώ για τον Παπαφλέσσα επιφυλάσσει ένα ξερό «τον συγχωρώ» μετά τη θυσία του στο Μανιάκι.

Οσοι λόγιοι αναζήτησαν την αδιαμφισβήτητη γνησιότητα στο έργο του Μακρυγιάννη, απέδωσαν άθελά τους ένα διαφορετικό περιεχόμενο στις μαρτυρίες του. Ετσι ερμήνευσαν κατά γράμμα την επίκλησή του για περισσότερη δικαιοσύνη θεωρώντας ότι αφορούσε σε όλους εξίσου τους Ελληνες, ενώ ο Μακρυγιάννης διεκδικεί κυρίως για τον εαυτό του αμοιβές που πίστευε ότι του όφειλε το κράτος. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν πράγματι γνήσια περιγραφή μιας προ-νεωτερικής κατακερματισμένης κοινωνίας, η οποία λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, εχθρεύεται κάθε φορέα νεωτερισμού και εκσυγχρονισμού και επικροτεί τη γενναιότητα σαν αρετή που επιβεβαιώνει το συναίσθημα της τιμής του κάθε άνδρα.

Ο Campbell μάς προσφέρει αξιόπιστο κλειδί για την ερμηνεία της μαρτυρίας του Ρουμελιώτη αγωνιστή. Στον προ-νεωτερικό κόσμο των «Απομνημονευμάτων», οι κοινωνικές αξίες είναι απόλυτα συμβατές με την ανθρωπολογική περιγραφή της τιμής, της οικογένειας και της προστασίας-πελατείας. Οπως παρατηρεί ο Campbell: «Η ιδιοτελής συμπεριφορά δεν είναι κατακριτέα σε σχέσεις οι οποίες δεν διέπονται από τους κανόνες μιας οργανωμένης κοινωνίας». Οι επιλογές προϊσταμένων και προστατών δεν πραγματοποιούνται από τον Μακρυγιάννη με κριτήρια ηθικής εγκυρότητας όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Ο Ανδρούτσος, ο Γκούρας, και ο Ισμαήλ Μπέης από την Κόνιτσα (εξάδελφος του Αλή Πασά) έγιναν προστάτες του Μακρυγιάννη γιατί διέθεταν εξουσία, όχι ενάρετο χαρακτήρα. Η άποψή του άλλωστε για την ανθρώπινη φύση ήταν σε γενικές γραμμές αρνητική και έτσι δεν αισθανόταν τύψεις όταν ξεγελούσε άτομα ξένα ή εχθρικά προς το περιβάλλον του. Οπως σημειώνει ο Campbell: «Η πονηριά στις κοινότητες αυτές θαυμάζεται περισσότερο από την αγαθότητα, η οποία συχνά παρεξηγείται για αδυναμία». Στο κλίμα ανταγωνισμού που επικρατεί έξω από τους κόλπους της οικογένειας, η εξαπάτηση και το ψέμα δεν είναι αμαρτίες. Ο Μακρυγιάννης δεν αποτελεί εξαίρεση στην πρακτική αυτή. Ο ίδιος υπερηφανεύεται για την πονηριά του έναντι των αντιπάλων του, αλλά προσέχει τη συμπεριφορά του προς τους ισχυρούς. Ετσι δέρνει τους υποτακτικούς του για τις κακές τους πράξεις, αλλά απευθύνεται στους ανωτέρους του ως ικέτης «με δάκρυα στα μάτια». Κατά τον Campbell, «o αυτοσεβασμός επιβάλλει τον έλεγχο συναισθημάτων που προδίδουν αδυναμία. Παραδείγματος χάριν, οι Σαρακατσάνοι σπάνια δέχονται ή ζητούν συγγνώμη».

Ισως μια νέα ανάγνωση του Μακρυγιάννη μάς αποκαλύψει στοιχεία του σημερινού μας προβλήματος, όχι σαν συμπτώματα παρακμής, αλλά μάλλον αβελτηρίας. Αν συνεπώς αναγνωρίσουμε ότι τα παραδοσιακά μας πρότυπα δεν λειτούργησαν σωστά, θα πρέπει να αναζητήσουμε νέα ώστε να οικοδομήσουμε δικαιότερη και πιο ενάρετη κοινωνία.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του ΕΣΥΠ.