ΑΠΟΨΕΙΣ

Για την ιδιοκτησία μιας έδρας

Την περασμένη εβδομάδα, με μία δήλωση δυνάμει σκανδαλιστική (τουλάχιστον για τους επιρρεπείς στο πονηρό), ο ανεξάρτητος πλέον βουλευτής Ηλείας, Γιώργος Κοντογιάννης, υποστήριξε ότι η έδρα του δεν ανήκει στον Αντώνη Σαμαρά, αλλά στον Κώστα Καραμανλή, διότι επί ηγεσίας Καραμανλή συμπεριελήφθη στον συνδυασμό της Ν.Δ. Δεν παρέλειψε, βέβαια, να αναφέρει και τον συνιδιοκτήτη της έδρας του, που δεν είναι άλλος από τον λαό της Ηλείας που τον ψήφισε.

Ο καθένας καταλαβαίνει ότι θέμα ιδιοκτησίας -ή έστω συνιδιοκτησίας- της έδρας του Γ. Κοντογιάννη από τον Κ. Καραμανλή δεν υφίσταται. Οποιος το δεχθεί δέχεται, κατά συνέπεια, ότι η αλλαγή της ηγεσίας του κόμματος, που ακολούθησε την ήττα στις εκλογές του 2009, δεν ισχύει. Δέχεται, επίσης, ότι, στην πραγματικότητα, η Ν.Δ. τελεί υπό καθεστώς δυαρχίας του νυν προέδρου της και του τέως, ώσπου στις επόμενες εκλογές οι συνδυασμοί της Ν.Δ. να τύχουν της αποκλειστικής έγκρισης του Α. Σαμαρά, οπότε οι έδρες θα του ανήκουν εξ ολοκλήρου. Αυτά, προφανώς, δεν είναι σοβαρά πράγματα…

Οφείλουμε όμως να λάβουμε υπ’ όψιν ότι η δήλωση του Γ. Κοντογιάννη έγινε εν θερμώ, λίγο αφότου είχε αναγγείλει την ανεξαρτητοποίησή του. Δεν ήταν απλό πράγμα αυτή η απόφαση, για κάποιον μάλιστα ο οποίος δηλώνει στο επίσημο βιογραφικό του ότι ανήκει στη Ν.Δ. από τα δεκατέσσερά του, δηλαδή για κάποιον ο οποίος ανδρώθηκε, σταδιοδρόμησε επαγγελματικά, ουσιαστικά έζησε όλη τη ζωή του μέσα σε ένα κόμμα. Ομως, όποια γνώμη και αν έχει ο καθένας για τα κόμματα και το είδος των ανθρώπων που πλάθουν, στο ατομικό επίπεδο, η σημασία της ψυχικής δοκιμασίας δεν μειώνεται. Η συγκίνηση του Γ. Κοντογιάννη, καθώς ανακοίνωνε την απόφασή του από το βήμα της Βουλής, ήταν καταφανής και δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της ειλικρίνειάς του.

Εντούτοις, το περιστατικό θέτει δύο ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Το πρώτο αφορά την ηγεσία του κόμματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επίκληση του τέως αρχηγού ήταν μια απελπισμένη, όσο και σκόπιμη, προσπάθεια να εμπλακεί ο Κ. Καραμανλής σε ρόλο επιδιαιτητή. Η σκοπιμότητά της ήταν να αναδείξει την ηγετική ανασφάλεια του σημερινού προέδρου της Ν.Δ. Είναι αλήθεια ότι ο Αντώνης Σαμαράς ανέλαβε την ηγεσία ίσως στη δυσκολότερη καμπή της ιστορίας του κόμματος, είναι επίσης φανερό ότι ακόμη δεν συμπεριφέρεται με την άνεση του ηγέτη που έχει εδραιωθεί. Δυστυχώς για τον ίδιο, η αγωνία του εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως: Στη δηλητηριώδη οξύτητα των ανώνυμων δηλώσεων που διέρρεαν από τους συνεργάτες του, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη ίδρυσε τη Δημοκρατική Συμμαχία· στην αγωνία που εξέφρασε η σπουδή να παρουσιασθούν ως θρίαμβος τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών· φαίνεται ακόμη και στο πρόσωπο του Αντώνη Σαμαρά, στη δυσθυμία του, καθώς εμμένει σε μια αξιολόγηση του εκλογικού αποτελέσματος, την οποία λίγοι συμμερίζονται εξίσου ενθουσιωδώς με τον ίδιο.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, στα κόμματα, όπως και σε κάθε οργανωμένη κοινωνική ομάδα, η ανάδειξη ηγετών, εκτός από τη διαδικαστική διάστασή της (πώς επιλέγονται κ.λπ.), έχει και μία ακόμη σημαντικότερη, την ψυχολογική, δηλαδή το πώς εδραιώνονται εν τέλει στη συνείδηση εκείνων που τους επέλεξαν. Οσο και αν είναι δυσάρεστο για κάποιους να το ακούν, ο Α. Σαμαράς ακόμη δεν έχει επιβληθεί πλήρως. Φταίει οπωσδήποτε η δυσκολία των συνθηκών, φταίνε όμως και άλλα: Η βαθιά και αμοιβαία εχθρότητά του με την Ντόρα Μπακογιάννη, που εξάπτεται με κάθε ευκαιρία· η επιλογή πολιτικών θέσεων, που κάνουν τον λόγο της Ν.Δ. να ακούγεται σαν παραλλαγή του λόγου της εξωπραγματικής Αριστεράς και αποξενώνουν τα μεσαία στρώματα· η νοοτροπία του μπούνκερ, από την οποία ακόμη δεν έχει απαλλαγεί και τον κάνει κλειστό και απροσπέλαστο· φταίει και η επιρροή που του ασκείται από τον κύκλο των παλιών του φίλων – επιρροή για την οποία, κατ’ ιδίαν, παραπονούνται ακόμη και ακραιφνείς σαμαρικοί της κοινοβουλευτικής ομάδας, ενώ δημοσίως δεν τολμούν να βγάλουν τσιμουδιά.

Το δεύτερο θέμα που προέκυψε από τη δήλωση του Γ. Κοντογιάννη αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των βουλευτικών εδρών. Σε ποιον, τέλος πάντων, ανήκει η έδρα του βουλευτή, στον ίδιο ή στο κόμμα με το οποίο εκλέχθηκε; Σίγουρα, στην απόφαση που παίρνει ο κάθε ψηφοφόρος την ώρα της κάλπης, είναι αδύνατον να προσδιορίσει κανείς ακριβώς τον βαθμό στον οποίον αλληλεπιδρούν η προσωπικότητα του υποψηφίου και το ευρύτερο κομματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο υποψήφιος είναι υποχρεωμένος να δρα· και είναι βέβαιο ότι ο βαθμός αυτός διαφέρει κατά περίπτωση. Σε εκλογικές περιφέρειες της επαρχίας, λ.χ., όπου η επαφή υποψηφίου και ψηφοφόρου είναι συνήθως πιο άμεση, ίσως είναι ευκολότερο να φαντασθούμε έναν ψηφοφόρο να μετακινηθεί κομματικά, λόγω της προτίμησής του σε έναν συγκεκριμένο υποψήφιο. Αλλά στις μεγάλες αστικές περιφέρειες, τα κριτήρια επιλογής εξαρτώνται μάλλον από την αποδοχή των κομματικών θέσεων, όπως εκφράζονται μέσω των ΜΜΕ.

Η τάση να θεωρείται η έδρα ιδιοκτησία του κόμματος, την οποία ο βουλευτής έχει υποχρέωση να παραδώσει αν διαχωρίσει τη θέση του από τις κομματικές θέσεις, ενισχύεται από την εξέλιξη των αρχηγικών κομμάτων εξουσίας στην Ελλάδα, αλλά και από τη συνακόλουθη πτώση του επιπέδου των βουλευτών. Τα δύο αυτά πάνε μαζί: Οσο τα κόμματα γίνονται μηχανισμοί απολύτως ελεγχόμενοι από έναν πανίσχυρο διευθύνοντα σύμβουλο, που διοικεί μέσω ενός υποτυπώδους διοικητικού συμβουλίου, τόσο οι βουλευτές θυμίζουν πειθήνια εταιρικά στελέχη, που αγωνίζονται να διακριθούν διά της δουλοπρέπειας προς την ηγεσία και αρκούνται να αποστηθίζουν την επίσημη κομματική γραμμή (και non-papers με έτοιμα επιχειρήματα), χωρίς να έχουν τη φαντασία και την ευστροφία να τη διατυπώσουν με δικά τους λόγια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι πλέον δεν έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν στη Βουλή από στήθους, επειδή ακριβώς η δυνατότητα αυτή δεν χρειάζεται για την ανέλιξή τους στην ιεραρχία.

Σε τελευταία ανάλυση όμως, όσο και αν ενισχύεται η εξουσία της κομματικής νομιμοφροσύνης και των εκφραστών της επί των βουλευτών, όσο και αν ενδεχομένως επενεργεί η ιδιοτέλεια στις αποφάσεις των βουλευτών, εναπόκειται στη συνείδηση του κάθε βουλευτή προσωπικά να κρίνει σε ποιον ανήκει η έδρα του. Και επαφίεται στους πολίτες να κρίνουν τη στάση του, με τη δική του συνείδηση ο καθένας. Τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο, η δημοκρατία πράγματι δεν έχει αδιέξοδα…