ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποθεσεις

Με έναν αφορισμό του Γκαίτε, ότι «τελικά ο αγώνας μέσα στον κόσμο είναι μεταξύ πίστεως και απιστίας», έκλεινε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος το άρθρο του «Στασιμότητα και πρόοδος στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης» στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής. Για να πω την αλήθεια, αν μου ζητούσαν κάποια στιγμή να αναφέρω ονόματα σπουδαίων μορφών που να διακρίθηκαν και για τη χριστιανική τους πίστη ή η πίστη αυτή να δέσποσε στο έργο τους, το πιο πιθανό είναι ότι ο Γκαίτε, που βέβαια στοχάστηκε βαθιά και για τα ανθρώπινα και για τα θεία, δεν θα μου περνούσε από το νου· και επειδή δεν ξέρω από ποιο κείμενο ενδέχεται να αποσπάστηκε η ρήση του, δεν μπορώ επίσης να ξέρω αν η πίστη που δηλώνεται εκεί είναι αμιγώς θρησκευτικής τάξεως ή πρόκειται για την πίστη σε κάποιο υψηλό ιδανικό. Μια άλλη σκέψη του μεγάλου Γερμανού πάντως δείχνει ότι συμμεριζόταν μια πίστη απαιτητική, διερευνητική, ικανή να ανακαλύπτει, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει: ««Πιστεύω εις ένα Θεόν!»· όμορφος, αξιοτίμητος λόγος. Ωστόσο, το να αναγνωρίζεις τον Θεό, πού και πώς αποκαλύπτεται, είναι η ίδια η μακαριότητα εδώ στη γη» (από το βιβλίο με τους «Στοχασμούς» του Γκαίτε, «Επιλογή από τα Maximen und Reflexionen», μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος – Κλάους Μπέτσεν, εκδ. «Στιγμή», 1992). Αλλο όμως είναι το θέμα μου εδώ: Οσα υποστηρίζει ο μητροπολίτης Ανθιμος αμέσως πριν παραθέσει τη φράση του Γκαίτε, ο δικός του αφορισμός δηλαδή, τον οποίο και παραθέτω: «Πνευματικός άνθρωπος όμως χωρίς Χριστιανισμό δεν υπάρχει». Ετσι, απόλυτα. Σαν ταυτότητα των μαθηματικών.

Για λόγους συνεννοήσεως και μόνο (και με τη βεβαιότητα ότι εδώ ο μητροπολίτης δεν εννοεί τον πνευματικό ως τον εξομολόγο ιερέα της εκκλησιαστικής ορολογίας), ας δεχτούμε τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε πνευματικούς και μη και ας υιοθετήσουμε προσωρινά τον λεξικογραφικό ορισμό του «πνευματικού ανθρώπου», ότι πρόκειται δηλαδή για «άνθρωπο της τέχνης, των γραμμάτων και της επιστήμης». Κι έτσι αν είναι τα πράγματα, τόσο στενά, επιτρέπουν τη σκέψη ότι η μητροπολιτική απόφανση λειτουργεί βίαια, κόβοντας στη μέση (ή περίπου) τον χρόνο αφενός, τον κόσμο αφετέρου. Σημείο τομής του χρόνου το έτος γεννήσεως του Χριστού, για το οποίο δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία. Από την πλευρά της η υδρόγειος τέμνεται έτσι ώστε στο ένα κομμάτι της, το πνευματικό, να μένουν όλοι οι χριστιανοί (ας πούμε το ένα τρίτο της οικουμένης, μιας και ο χριστιανικός πληθυσμός υπολογίζεται στο 29-32% της ανθρωπότητας), και στο άλλο, το άνευ πνεύματος, να συνωστίζονται όσοι πιστεύουν σε άλλον Θεό, δεν πιστεύουν σε κανέναν ή αδιαφορούν.

Ποιον ακριβώς χριστιανισμό έχει κατά νουν ο κ. Ανθιμος δεν το εξηγεί, πιθανόν επειδή κάτι τέτοιο θα σχετικοποιούσε την αξία των λεγομένων του. Μένει αδιευκρίνιστο δηλαδή αν εννοεί τον χριστιανισμό των Γραφών, των Ευαγγελίων, ή την πραγμάτωσή του, την υπόσταση που έχει λάβει εντός της Ιστορίας διά των Εκκλησιών. Τα δύο «πεδία» δεν ταυτίζονται, κάθε άλλο· οι περισσότεροι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, σημειώνει σχετικά ο Φρεντερίκ Λενουάρ στο βιβλίο του «Ο Χριστός φιλόσοφος», «στηρίζονται έμμεσα ή άμεσα στην ευαγγελική ηθική για να απελευθερώσουν οριστικά την κοινωνία από την κυριαρχία των Εκκλησιών και να θεμελιώσουν μια εκκοσμικευμένη ηθική» (μτφρ. Αιμίλιος Βαλασιάδης, εκδ. «Πόλις», 2010). Η υλική αλήθεια του πραγματωμένου, του υπαρκτού ούτως ειπείν χριστιανισμού, όπως τη διαπιστώνει κανείς στη συμπεριφορά των ποιμένων και του χριστεπώνυμου πληρώματος αλλά και στην πολιτική που ασκούν σε ποικίλα ζητήματα κράτη αυτοπροσδιορισμένα και συνταγματικώς ακόμα ως χριστιανικά, έχει τόση συνάφεια με την ουτοπία των Ευαγγελίων όση και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» στην κάποτε Σοβιετική Ενωση και τους δορυφόρους της με τις ουτοπίες των διαφωτιστών και των ουμανιστών που τροφοδότησαν τη σοσιαλιστική σκέψη. Αδιευκρίνιστο μένει επίσης το αν υπό το όνομα χριστιανισμός στη μητροπολιτική διαβεβαίωση στεγάζονται όλα τα δόγματα, που τα χωρίζει αντιπαλότητα η οποία, στο πέρασμα της ιστορίας, έφτασε στα όρια του φονικού μίσους, ή καλύπτεται μόνο η Ορθοδοξία, και μένουν έτσι απ’ έξω ο καθολικισμός και ο προτεσταντισμός, για να μην αναφερθούμε στις αμέτρητες υποδιαιρέσεις και εκκλησίες. Και αν ως μοναδικός πνευματικός φάρος προτείνεται η Ορθοδοξία, πρόκειται αποκλειστικά για την ελληνική εκδοχή της ή και για τη σλαβική, την αρμενική και την κοπτική;

Αν αντιμετωπίσουμε το αξίωμα του μητροπολίτη της Θεσσαλονίκης έτσι ακριβώς όπως προτείνεται, δηλαδή ως ισοδύναμο της αληθείας και όχι ως απλή υπόθεση, κι αν, όπως μας υποχρεώνει, του προσδώσουμε διαχρονική ισχύ, θα καταλήξουμε αναπόφευκτα να αποδεχτούμε όλες του τις συνεπαγωγές, έστω κι αν αντιστρατεύονται και την κοινή λογική ακόμα. Θα πρέπει δηλαδή να πιστέψουμε πως όσοι έζησαν και στοχάστηκαν προ Χριστού γεννήσεως, όσο βαθιά και δημιουργική κι αν ήταν η σκέψη τους, ακόμα κι αν μίλησαν για τα θεία με τρόπο που πλούτισε εσαεί την ανθρωπότητα μ’ ένα καθαρό βλέμμα για να κοιτάζει καταπρόσωπο τη μοίρα της (όπως τόσοι Ελληνες φιλόσοφοι και ποιητές, των τραγικών κατεξοχήν συμπεριλαμβανομένων), δεν έφτασαν ποτέ στο ύψος της πνευματικότητας που θα τους προσέδιδε σχεδόν αυτόματα η χριστιανική ιδιότητα. Ο Ευριπίδης δηλαδή, που πρώτος όρισε τον Θεό ως «τον τα πάνθ’ ορώντα και αυτόν μη ορώμενον», κι ο Κομφούκιος βέβαια, κι ο Βούδας, όσο κι αν αθλήθηκαν πνευματικά, δεν έφτασαν στην κορυφή της πνευματικότητας, δεν ήταν δυνατόν να φτάσουν· καθηλώθηκαν σε κάποιο μεταιχμιακό λίμπο, όπως εκείνο, στις παρυφές της κολάσεως, που περιμένει τις ψυχές όσων δικαίων γεννήθηκαν προ Χριστού μαζί με τις ψυχές των αβάπτιστων νηπίων.

Εφόσον «πνευματικός άνθρωπος χωρίς Χριστιανισμό δεν υπάρχει», σύρεται κανείς στην παραδοχή ότι και σήμερα, όπως και επί αιώνες, τα δύο τρίτα της οικουμένης, στην Ασία, στην Αφρική, στην Αμερική, βουδιστές, Εβραίοι, μουσουλμάνοι, άθεοι, ζουν στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν συλλογίζονται, δεν επινοούν και δεν ανακαλύπτουν, δεν γεύονται τα δώρα των τεχνών και της επιστήμης. Υπάρχουν σε μια κατάσταση ελαφρώς ανώτερη του φυτού, προπολιτισμική. Δεν είναι έτσι βέβαια τα πράγματα. Και θέλω να πιστεύω ότι ο ίδιος ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης θα συμφωνούσε με αυτό και, με κριτικότερο μάτι, θα δεχόταν ότι ο ισχυρισμός του, με την απολυτότητα που τον βαραίνει, δεν στηρίζεται σε τίποτα το πραγματικό. Ο δυτικός κόσμος έχει σφραγιστεί από τον χριστιανισμό, όπως και από την αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή κληρονομιά, ωστόσο ο οικουμενικός πολιτισμός δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά χριστιανογέννητος. Επιπλέον, ο χριστιανισμός δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά φωτεινός, αφού, έτσι όπως τον διέβαλλαν και τον εκμεταλλεύτηκαν αυτοκράτορες, πάπες, πατριάρχες, στρατάρχες, ιεροεξεταστές, λεγεώνα σωστή, έχει και ο ίδιος μέγα μερίδιο στον σκοταδισμό. Είναι ένας λόγος κι αυτός για να μη διεκδικεί το μονοπώλιο της πνευματικότητας.