ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποθεσεις

Πολλοί περίμεναν πολλά στις 3 Δεκεμβρίου, όταν έγινε γνωστό ότι η NASA θα δημοσιοποιούσε ευρήματά της, που ενισχύουν τις πιθανότητες να υπάρχει εξωγήινη ζωή. Ουδείς βέβαια πίστεψε ότι μαζί με τους γήινους επιστήμονες θα απευθυνόταν στο κοινό, στην ανθρωπότητα δηλαδή, και ο διάσημος εξωγήινος του Ρόσγουελ, αναστημένος, με τον Ε.Τ. δίπλα του, ή ότι η NASA θα αποκάλυπτε συντρίμμια κάποιου ιπτάμενου δίσκου, από αυτά που, σύμφωνα με τους φανατικούς ουφολάτρες και ταυτόχρονα φανατικούς συνωμοσιολόγους, υπάρχουν αναρίθμητα, δολίως κρυμμένα από τις κυβερνήσεις και πρωτίστως την πλανηταρχική αμερικανική, που υποτίθεται πως έχει συνάψει συμβόλαιο μοιρασιάς της εξουσίας με εξωγήινες υπερδυνάμεις. Μολαταύτα είχαν δημιουργηθεί μεγάλες προσδοκίες, πως να, κάτι συγκεκριμένο θα ειπωθεί τούτη τη φορά για τα πράσινα ανθρωπάκια και πια δεν θα μας παγώνει η συμπαντική μοναξιά ούτε θα έχουμε λόγους να κατηγορούμε καμία δύναμη, θεϊκή ή φυσική, για ασυγχώρητη σπατάλη, να υπάρχει ένα αχανές σύμπαν μόνο και μόνο για να το φθείρουμε εμείς τα γήινα δίποδα, έμφρονα λέει. Θα μπορούσε, λ.χ., να ανακοινωθεί ότι εντοπίστηκε κάτι σαν απάντηση στο μήνυμα προς τα άστρα που εκπέμφθηκε τέσσερις δεκαετίες πριν, στις 2 Μαρτίου 1972. Μια πλακέτα σχεδιασμένη από τους αστρονόμους Καρλ Σαγκάν και Φρανκ Ντρέικ, πρωτοπόρους στην αναζήτηση εξωγήινων πολιτισμών, ήταν το μήνυμα εκείνο προς το άπειρο (ή το μηδέν) που φορτώθηκε στο διαστημικό σκάφος Pioneer-10. Πάνω της είχε χαραχθεί ένα γυμνό ζευγάρι ανθρώπων (με το υψωμένο χέρι του άνδρα να υποδηλώνει φιλική πρόθεση, αλλά και ότι αυτός ηγεμονεύει στο ζεύγος), το πλανητικό μας σύστημα, η θέση του Ηλιου (ενός από τα δισεκατομμύρια που υπάρχουν) και άλλα επιστημονικότερα. Μια διαστημική στήλη της Ροζέττης εν ολίγοις, που εύκολα θα την αποκρυπτογραφήσουν οι εξωγήινοι, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν και, δεύτερον, ότι ενδιαφέρονται να συνάψουν σχέσεις με κατώτερούς τους· αν τώρα μοιάζουν με ό,τι φοβάται ο Στίβεν Χόκινγκ, είναι δηλαδή επιθετικοί, καλύτερα η πλακέτα να μην πέσει ποτέ στα χέρια τους, που μπορεί να είναι και από ενέργεια.

Εάν ο χρόνος ανάμεσα στην προανακοίνωση της NASA και την επίσημη συνέντευξη Τύπου είχε μετρηθεί με τις ημέρες ή τις εβδομάδες και όχι με τις ώρες, με την κατάλληλη καλλιέργεια από τα Μέσα (που συνήθως αδιαφορούν για όσα λέει η επιστήμη, αν δεν την καταγγέλλουν κιόλας σαν συμβιβασμένη και ψευδολογούσα) θα είχε αναπτυχθεί ολόκληρο κίνημα, ένα θρησκευτικού τύπου ρεύμα. Θα είχε θεριέψει δηλαδή η πίστη ότι «κάτι συμβαίνει εκεί έξω», μια πίστη που υπήρξε λίθος ακρογωνιαίος της «Νέας Εποχής» από τότε που ήταν όντως νέα, γιατί πια γέρασε μαζί με τους πιστούς και τους αρνητές της. Σε καιρούς κρίσης (το ξέρουμε αυτό και από τον πόλεμο που έδωσαν στον καιρό τους ο Επίκουρος, ο Λουκιανός και τόσοι άλλοι ελευθερόφρονες, αντιστεκόμενοι σε κάθε λογής δεισιδαιμονία, της αστρολογικής συμπεριλαμβανομένης), ανασταίνεται ο ανορθολογισμός σε όλες του τις εκδοχές, ανάμεσά τους και η λατρεία των άστρων, κατοικημένων ή μη. Η επίσημη ανακοίνωση πάντως, μολονότι συγκλονιστική, προκάλεσε μελαγχολία στους λάτρεις των αστροθεών. Η ανεύρεση σε λίμνη της Καλιφόρνιας ενός βακτηρίου, που καταφέρνει όχι μόνο να ζει σε δηλητηριώδες περιβάλλον γεμάτο δηλητήρια αλλά και να «σιτίζεται» με αρσενικό και να το εντάσσει στη δομή του DNA του, έχει πάρα πολλά να πει στους επιστήμονες (ουσιαστικά καλούνται να ξαναγράψουν το βιβλίο της ζωής, κι όχι να προσθέσουν απλώς μια υποσημείωση), ελάχιστα όμως στα ΜΜΕ (τι εικόνες θεαματικές να κατασκευάσει κανείς με ένα αφανές βακτήριο για να τις πλασάρει σε ένα κοινό χορτάτο από «Πολέμους των άστρων»;) και τίποτα σε όσους αναμένουν τους ουράνιους Ερχόμενους.

Αλλά, για να κατέβουμε από τα αστέρια στη Γη, εκεί όπου πλουτίζει ή ξοδεύεται, ανασαίνει ή αγκομαχά η ζωή μας, η ανακάλυψη ότι κάποιος μικροοργανισμός ζει αφομοιώνοντας το δηλητήριο δεν είναι τόσο απίστευτη όσο αρχικά φαίνεται. Μακριά από το μικροσκόπιο των αστροβιολόγων, ένας άλλος οργανισμός, πολύ πολύ μεγαλύτερος, με το ακόρεστο πνεύμα του, την ελεύθερη βούληση και την ποικιλόμορφη αξιοσύνη του, πορεύεται χιλιετίες τώρα, ήδη αφότου πρωτοπερπάτησε, αφομοιώνοντας το φαρμάκι. Το ενσωματώνει, σαν δομικό λίθο του βίου του, το εντάσσει στην καθημερινή ψυχική και πνευματική του δίαιτα, το μεταπλάθει σε δουλειά, έρωτα, τέχνη, φιλοσοφίες και θρησκείες, σε τρόπο ζωής. Για τον άνθρωπο λέω, που όσο υπάρχει, είναι υποχρεωμένος να πολεμάει για να μη γίνει η θλίψη του κατάθλιψη, για να μην τον αφοπλίζει το πρώτο ή το δέκατο πένθος, για να μη νομιμοποιούν μέσα του τη δυνατότητα του αυτοχειριασμού (ατομικού ή συλλογικού) τα κύματα της απώλειας και της απογοήτευσης.

Γνώστες βαθύτατοι των ανθρωπίνων οι αρχαίοι τραγωδοί, φιλόσοφοι της ουσίας, συνόψισαν την κατάσταση του γένους των θνητών με τρόπο απαράμιλλο και εντέλει παραμυθητικό παρά την πίκρα του. Για το φαρμάκι που συνοδεύει αχώριστα τον βροτό στο βίο του μιλάει ο Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα», συνοψίζοντας το κοινό αίσθημα: «Τις δε πλην θεών άπαντ’ απήμων τον δι’ αιώνος χρόνον;» Δηλαδή: «Μα ποιος, εξόν θεός, όλο το βίο του τον γεύτηκε απίκραντος;» Γνωρίζει βέβαια την απάντηση ο ποιητής, έτσι όπως χωρίζει τους θεούς, που έχουν να χαίρονται την αθανασία της άτρωτης αμεριμνησίας τους, από τους βροτούς, που είναι αναγκασμένοι να φαρμακώνονται και να προχωρούν, να συντρίβονται και να εγείρονται, να απελπίζονται από το μάταιο αλλά να επιμένουν, γιατί μόνο έτσι ανθρωπεύουν. Και φαίνεται σαν να αποκρίνεται στον Αισχύλο ο Ευριπίδης όταν συμπεραίνει στην «Υψιπύλη»: «Εφυ μεν ουδείς όστις ου πονεί βροτών / θάπτει τε τέκνα χάτερα’ αυ κτάται νέα / αυτός τε θνήσκει· και τάδ’ άχθονται βροτοί / ες γην φέροντες γην». Το μεταφράζω: «Θνητός δεν εγεννήθηκε κανένας που να μην πονάει· θάβει τα τέκνα του, κι άλλα αποκτά, πεθαίνει, πάει κι αυτός· / τέτοιο είναι το φαρμάκι των ανθρώπων· / χώμα στης γης να γίνονται το χώμα». Είναι μια από τις σταθερές στη σκέψη του Ευριπίδη αυτή που τον οδηγεί να προκρίνει τον θάνατο από τα πάθη της ζωής, αναθέτοντας στην Ανδρομάχη των «Τρωάδων» να πει το εξής βαρύ: «Το μη γενέσθαι τω θανείν ίσον λέγω. / Του ζην δε λυπρώς κρείσσόν εστι κατθανείν» («Το να μη γεννηθείς, ίσο πιστεύω είναι με το να πεθάνεις. / Μα απ’ το να ζεις στα βάσανα, καλύτερος ο θάνατος»). Την απάντηση εντούτοις τη δίνει εκ προοιμίου η Εκάβη, πολύ πιο βασανισμένη από τη νύφη της: «Ου ταυτόν, ω παι, τω βλέπειν το κατθανείν· / το μεν γαρ ουδέν, τω δ’ ένεισιν ελπίδες». Δηλαδή: «Δεν είναι, κόρη μου, ίδια η ζωή κι ο θάνατος. / Ο θάνατος το τίποτα. Μα η ζωή κρύβει ελπίδες». Αυτές οι ελπίδες, αντίδοτο στο αναπόφευκτο φαρμάκι, είναι ο δεύτερος δομικός λίθος της ζωής, που παραμένει έτσι «μέγα καλό και πρώτο».