ΑΠΟΨΕΙΣ

WikiLeaks: κερδισμένοι και χαμένοι

Πολλά έχουν γραφτεί και περισσότερα θα δημοσιευτούν για την αμφιλεγόμενη υπόθεση των WikiLeaks του Αυστραλού «χάκερ», Julian Assange. Ηδη έχει ξεσπάσει ένας έντονος διάλογος: από τη μια πλευρά έχουμε τους υποστηρικτές της ελεύθερης πληροφόρησης των πολιτών και από την άλλη τους θιασώτες της εθνικής ασφάλειας και εδαφικής ακεραιότητας των κρατών. Ασχέτως των θετικών και αρνητικών σημείων των θέσεων των δύο πλευρών, ένα είναι βέβαιο: θα υπάρξουν χαμένοι και κερδισμένοι από αυτή τη χειμαρρώδη ηλεκτρονική διαρροή. Στους χαμένους μπορούμε να εντάξουμε ιστορικούς και διπλωμάτες. Στους κερδισμένους βρίσκονται δημοσιογράφοι, γελοιογράφοι και πολιτικοί επιστήμονες/διεθνολόγοι.

Ας δούμε το γιατί. Ιστορικοί, εδραιωμένοι και εκκολαπτόμενοι, υπομονετικά περιμένουν να περάσουν οι δεκαετίες που απαιτούνται για τον αποχαρακτηρισμό διαβαθμισμένων διπλωματικών εγγράφων από διάφορα υπουργεία Εξωτερικών και ανάλογες υπηρεσίες πληροφοριών. Μονογραφίες δημοσιεύονται και διδακτορικές διατριβές υποστηρίζονται με βάση την εξαντλητική μελέτη και αξιολόγηση αρχειακού υλικού από τη σκοπιά των εκάστοτε διαμορφωτών της εξωτερικής πολιτικής των κρατών. Και τα WikiLeaks «χαλάνε την ιστορική σούπα», παρουσιάζοντας -επιλεκτικά και αποσπασματικά- αρχειακό υλικό που δεν καλύπτει την γκάμα της κάθε περίπτωσης. Αλλά και οι διπλωμάτες καριέρας, με τη σειρά τους, θα διστάζουν να χρησιμοποιούν στις αναφορές τους ειρωνικά επίθετα και προσβλητικές περιγραφές για την εμφάνιση, τις αδυναμίες, και άλλες κακές συνήθειες των ηγετών στις χώρες όπου υπηρετούν. Ο φόβος τους, δικαιολογημένα, θα είναι ότι τα εμπιστευτικά έγγραφα θα διαρρεύσουν στα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης.

Στους κερδισμένους από τις διαρροές είναι ο Τύπος, η τηλεόραση, και το Διαδίκτυο. Ιδιαιτέρως ευχαριστημένοι θα είναι δημοσιογράφοι που κυνηγούν την αποκλειστική είδηση, γελοιογράφοι που ψάχνουν για «ιδιαιτερότητες» προβεβλημένων πολιτικών, και επιφυλλιδογράφοι που υιοθετούν απλουστευτικές θεωρίες της συνωμοσίας. Στους κερδισμένους πρέπει επίσης να συμπεριλάβουμε και διεθνολόγους (όπως τον συγγραφέα αυτής της στήλης) που αναλύουν τις τρέχουσες πολιτικές των εμπλεκομένων κρατών χωρίς να έχουν πρόσβαση στα άδυτα των υπουργείων και των υπηρεσιών που τις διαμορφώνουν.

Η κυριαρχούσα αντίληψη για τον καλό πρεσβευτή στα τέλη του 16ου αιώνα αρθρώθηκε πληθωρικά από τον εμβληματικό διπλωμάτη Ottaviano Maggi στο βιβλίο «De Legato» (1596). Σύμφωνα με την αντίληψή του, ένας πρεσβευτής «έπρεπε να έχει μόρφωση θεολόγου, να γνωρίζει καλά τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, και να είναι ικανός να λύσει, μέσα σε λίγα λεπτά, τα πιο δυσνόητα προβλήματα με ορθή, διαλεκτική μέθοδο· θα έπρεπε επίσης να είναι βαθύς γνώστης των μαθηματικών, της αρχιτεκτονικής, της μουσικής, της φυσικής και του αστικού και κανονικού δικαίου. Θα έπρεπε να μιλά και να γράφει με μεγάλη ευχέρεια λατινικά και να γνωρίζει καλά την ελληνική, την ισπανική, τη γαλλική, τη γερμανική και την τουρκική γλώσσα. Και ενώ θα έπρεπε να έχει βαθιά κλασική παιδεία, να είναι ιστορικός, γεωγράφος και εμπειρογνώμονας της στρατιωτικής επιστήμης, θα έπρεπε επίσης να έχει καλλιεργημένες προτιμήσεις για την ποίηση. Και πάνω απ’ όλα, βέβαια, θα έπρεπε να κατάγεται από εκλεκτή οικογένεια, να είναι πλούσιος και να έχει ωραία εμφάνιση». Σήμερα, στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Ολο και περισσότερο οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται από αρχηγούς κρατών σε πολυμερείς διασκέψεις και διμερείς συναντήσεις, όπου το διπλωματικό προσωπικό περιορίζεται σε τεχνικό και υποστηρικτικό ρόλο.

Ο Henry Kissinger, 365 χρόνια μετά τον Maggi, απαρίθμησε χωρίς περιστροφές τα απαραίτητα χαρακτηριστικά των σημερινών ηγετών. Κατά τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, για να προωθήσουν τα συμφέροντα των χωρών τους οι ηγέτες αυτοί «πρέπει να είναι ικανοί να χειραγωγούν γεγονότα και ανθρώπους. Πρέπει να παίζουν το παιχνίδι της ισχύος με απόλυτη μυστικότητα, χωρίς περιορισμούς από Κοινοβούλια, τα οποία δεν έχουν το ταμπεραμέντο για τη διπλωματία. Πρέπει να ενεργούν αφού εξασφαλίσουν τον κατά το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό συμμάχων. Δεν πρέπει να διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τη βία όταν κρίνουν ότι αυτό είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της τάξης. Πρέπει να αποφεύγουν άκαμπτους κανόνες διπλωματικής συμπεριφοράς· μια ευκαιριακή επίδειξη «αξιόπιστου παραλογισμού» μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική. Δεν πρέπει να αποφεύγουν την υποκρισία, τον κυνισμό ή την ασυνειδησία, που είναι όλα αποδεκτά εργαλεία της τέχνης της πολιτικής. Ποτέ δεν πρέπει να γκρεμίζουν τις γέφυρες πίσω τους. Και αν είναι δυνατόν, πρέπει να είναι πάντα γοητευτικοί, ευφυείς και ορατοί». (Henry Kissinger, «The Necessity for Choice: Prospects of American Foreign Policy», Harper and Row, 1961, σελ. 47.)

Η απλή ανάγνωση της σκέψης του Kissinger μπορεί να μας πείσει για την ορθότητα του ρητού… «άλλα λέγονται και άλλα γίνονται». Επομένως, έγγραφα που διέρρευσαν από το WikiLeaks (π.χ., σχετικά με την εχθρική άποψη του Σαουδάραβα βασιλιά για την ηγεσία και τις προθέσεις της ιρανικής κυβέρνησης) δεν θα έπρεπε να μας παραξενεύουν.

Η υποκρισία και ο καθωσπρεπισμός θα παραμείνουν στην ημερήσια διάταξη του δημόσιου λόγου. Αρα, η «δημόσια διαπραγμάτευση» είναι σχήμα οξύμωρο, που οδηγεί στο πάγωμα των διεθνών διενέξεων. Ο Sir Harold Nicolson, κορυφαίος Βρετανός διανοητής και διπλωμάτης, μας έχει δώσει εδώ και χρόνια μια χρήσιμη απάντηση στο δίλημμα ανάμεσα στην ελεύθερη πληροφόρηση και τη μυστική διπλωματία. Αν ζούσε σήμερα, θα μας συμβούλευε να διαπραγματευόμαστε μυστικά – αλλά να δημοσιοποιούμε στο τέλος τις σχετικές συμφωνίες, οι οποίες θα πρέπει πάντοτε να περνούν από την έγκριση των Κοινοβουλίων.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. [email protected]