ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακρίνοντας

Πάλι ο Εμφύλιος; Ναι πάλι ο Εμφύλιος. Οι ενδείξεις πως το τραύμα έχει βραχυκυκλώσει τον χρόνο μετατρέποντάς τον σε ένα διαρκές παρόν εξακολουθούν εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του να μας βομβαρδίζουν. Κορυφαίες ανάμεσά τους, οι υψηλής θερμοκρασίας επιθετικές αντεγκλήσεις που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι σημερινοί ιστορικοί μαζί με την αδυναμία τους να συγκροτήσουν ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου να ανταλλάσσουν γόνιμα το σύνολο των αποκλινουσών τους θεωριών. Και η λογοτεχνία – ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος ενός σύγχρονου καλλιτεχνικού έργου; Πάντως, όχι μια ακόμα εξιστόρηση των γεγονότων του μεταπολεμικού δράματος – έχουμε διαβάσει πολλές αποτρόπαιες αφηγήσεις, ηρωικές εξιδανικεύσεις και συντετριμμένες αυτοκριτικές. Τα ιστορικά γεγονότα δεν σώνονται ποτέ, και δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της λογοτεχνίας να τα εξαντλήσει. Κι ωστόσο, υπάρχει κάτι που δεν τελειώνει και δεν παλιώνει. Κι αυτό είναι η δραματοποίηση του σπαραγμού της βίας. Και ο λόγος που η αναπαράσταση αυτή είναι πάντοτε επίκαιρη οφείλεται στο ότι ο σπόρος της ποτέ δεν εξαφανίζεται, διαρκώς κυοφορείται και επιφυλάσσει για το μέλλον την απειλητική επαναφορά μιας εμπειρίας που όλοι πάντοτε επιμένουμε να νομίζουμε πως ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Αυτή την αναπαράσταση πραγματοποιούν τα «Πορφυρά γέλια» του Μισέλ Φάις (Πατάκης, σελ. 248) – ένα έργο που δεν αποτελεί μια ακόμα αφήγηση γνωστών ή άγνωστων περιστατικών βίας, αλλά κάτι παραπάνω. Τι κάνει ο Φάις; Παρότι νομίζουμε πως όλα έχουν ειπωθεί, ο συγγραφέας ψάχνει έναν τρόπο, μια μέθοδο, μια φόρμα που θα μας αιφνιδιάσει, θα μας αφυπνίσει, θα μας συγκλονίσει, που θα μπορέσει να παρουσιάσει το πολυσυζητημένο, το πολυμεταχειρισμένο, το πολυχρησιμοποιημένο σαν κάτι καινούργιο, σαν κάτι ανήκουστο, σαν κάτι φρικτό. Και αυτό το πετυχαίνει συνθέτοντας ένα δυσπροσπέλαστο έργο που δεν αποτελεί μια από τις πολλές ιστορίες, αλλά συνιστά τη μήτρα πολλών συμπυκνωμένων ιστοριών. Ενα έργο που αρχικά φαίνεται ανόητο, αλλά που αν επιμείνουμε στην ανάγνωσή του, κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε πως κάποιες σαρκοφάγες δαγκάνες μας αρπάζουν – είναι τα διαβολικά πλοκάμια μιας εξευτελιστικής παρωδίας στο πρώτο μισό του βιβλίου και οι ανελέητα ατσάλινες λαβίδες πολλών ασθματικών μαρτυριών στο υπόλοιπο μισό.

Οι χρόνοι του έργου είναι δύο: πόλεμος και η επομένη του πολέμου στην Αθήνα, στο βουνό, στο στρατόπεδο πολιτικών προσφύγων στο Μπούλκες· και επίσης στη μεταδικτατορική Ελλάδα, σε ένα κυψελιώτικο ρετιρέ. Πρωταγωνιστές μια ανοϊκή Γιαγιά, πάλαι ποτέ εμβληματική μορφή του κινήματος που οι αρτηριοσκληρωμένες της κουβέντες βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με την αυτιστικά ξύλινη γλώσσα που χρησιμοποιούσε σαν αδυσώπητη Κόκκινη Δασκάλα. Κι ακόμα οι δύο τσαλαπατημένοι της Γιοι: ένα φασιστοειδές του σημερινού κόσμου που παραληρεί στους σκουπιδότοπους των περιθωριακών τηλεοπτικών καναλιών και ένας έγκλειστος τρομοκράτης ολοκληρωτικά ανίκανος να επιβιώσει μέσα στις δυσκολίες που εμφανίζει ένα ομαλό αστικό καθεστώς. Τέταρτο πρόσωπο ο Εγγονός, που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην οδυνηρή γνώση της οικογενειακής και της δημόσιας τραγωδίας, και στην ολοσχερή τους λήθη όπως του την εξασφαλίζει ένας παρατεταμένος οργιώδης σεξουαλικός σπασμός. Τέλος, ο Παππούς και το alter ego του, ο Διώκτης του παππού, ένα δίδυμο αγωνιστών που πριν πέσουν στα χέρια του ανελέητου ταξικού αντιπάλου θα έχουν κατορθώσει να προοικονομήσουν το εμφυλιακό δράμα, σπαρασσόμενοι με όση ακριβώς αγριότητα επεφύλασσε η δική τους δράση στον αστικό εχθρό. Ο ένας εγγυητής της προστασίας των λαϊκών αγώνων ως μέλος της ΟΠΛΑ. Ο άλλος πιστός ιδεολόγος της επανάστασης, μιας γιορτής που καθώς εξομολογείται ο ίδιος, στην πορεία στράβωσε, όπως ακριβώς το βακχικό πανηγύρι εκτράπηκε στον ενδοοικογενειακό διαμελισμό του Πενθέα από τη μαινάδα μάνα του Αγαύη. Υποβολέας του θεάτρου και συνεργάτης της δολοφονημένης από την ΟΠΛΑ ηθοποιού Παπαδάκη, ο παππούς ενοφθαλμίζει σε ολόκληρο το κείμενο το έργο του Ευριπίδη με τη μορφή σπαρακτικού μοτίβου.

Και τα γεγονότα; Αχ, στους αντίποδες του ιστορικού μυθιστορήματος, το κείμενο δεν κάνει καμιά παραχώρηση στις ευκολίες της εποχής. Οι φευγαλέες αναφορές του πρώτου μέρους είναι τόσο πυκνές έτσι ώστε για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε στοιχειωδώς τη θεατρική υπόθεση, θα πρέπει ήδη να γνωρίζουμε τα καθέκαστα της Ιστορίας. Αν όμως κατορθώσουμε να καταπιούμε το πικρό ποτήρι της εξευτελιστικής αυτής παρωδίας, στο δεύτερο μέρος τους τα «Πορφυρά γέλια» μας αποζημιώνουν: διότι στους εναλλασσόμενους μονολόγους, η προφορική αφήγηση των πρωταγωνιστών αποκτά τη γοητεία που προσφέρει η απέριττη εκφορά του κλασικού.