ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναγνωσεις

Στην πρόσοψη του Musee d’ Orsay κυριαρχεί η φωτογραφία μιας ελκυστικής κοπέλας που διαφημίζει ένα άρωμα του Ιβ Σεν Λοράν. Οι Βερσαλλίες επεξεργάζονται σχέδιο να λειτουργήσουν, εν μέρει, ως πολυτελές ξενοδοχείο. Στο Παλάτι των Δόγηδων δεσπόζει ο Bulgari. Στη Ρώμη τα μουσεία ενδίδουν στην παρουσίαση νέων μοντέλων αυτοκινήτων. Το Λούβρο δανείζει το όνομά του σε ελβετικά ρολόγια. Η οικονομική κρίση προκαλεί σοκ στα ευρωπαϊκά μουσεία, ισχυρίζεται η δημοσιογράφος των New York Times, τα οποία για να αντιμετωπίσουν την εξαιρετικά μειωμένη κρατική χρηματοδότηση αναγκάζονται να κάνουν μια απροκάλυπτα εμπορική στροφή παράλληλα με αύξηση στην τιμή των εισιτηρίων τους.

Συμβαδίζει η εμπορική εκμετάλλευση με το πολιτιστικό αγαθό; Μπορεί ένα μουσείο να θυσιάζει την αρχιτεκτονική του αρτιότητα για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά του; Για το Παλάτι των Δόγηδων συντάχθηκε διαμαρτυρία που συγκέντρωσε πολλές υπογραφές. «Καταστρέφεται η εμπειρία που προσφέρει ένα δημιούργημα σαν κι αυτό», γράφουν όσοι αντιδρούν για τα αναρτημένα πανό.

Ο πανικός που καταλαμβάνει τα μουσεία όμως δεν εντοπίζεται μόνο στην Ευρώπη. Και το Μετροπόλιταν στη Ν. Υόρκη εφαρμόζει παρόμοια πολιτική, ενώ υπάρχουν και αρκετά παραδείγματα στην Ασία.

Οι πολιτιστικοί θησαυροί στην υπηρεσία της κατανάλωσης ή σε… ταξιδιωτικό πυρετό. Το Musee d’ Orsay περιφέρει έργα ιμπρεσιονιστών από το Σαν Φρανσίσκο ώς τη Μαδρίτη, σε ένα τριετές τουρ, το οποίο ευελπιστεί ότι θα αποφέρει πάνω από 12 εκατομμύρια ευρώ. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν όρια. «Αρνηθήκαμε ένα μπουκάλι Κόκα Κόλα», λέει ο υπεύθυνος του Orsay, κρίνοντας ότι η αισθητική του Ιβ Σεν Λοράν ταιριάζει πολύ περισσότερο με τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό.

Η απάντηση στους επικριτές είναι κοινή: με τα έσοδα από τις συμφωνίες, τα μουσεία συντηρούνται, προχωρούν σε ανακαίνιση ή σε απαραίτητες επισκευές.

Οσο η κρατική στήριξη υποχωρεί τόσο ο πολιτισμός αναγκάζεται να γίνεται όλο και πιο ευέλικτος για να διατηρήσει τη δυναμική και ακτινοβολία του.

Στην Ελλάδα τώρα. Πρόσφατα ο υπουργός Πολιτισμού δήλωσε σε συνέντευξή του («Βήμα της Κυριακής») ότι η Ακρόπολη έχει γίνει περιζήτητη. Διεθνή πρακτορεία μόντελινγκ, πολυεθνικές εταιρείες, κινηματογραφικοί παραγωγοί διαγκωνίζονται για να χρησιμοποιήσουν το μνημείο, προσφέροντας στο Ελληνικό Δημόσιο μερικά εκατομμύρια ευρώ. Το ΥΠΠΟ και βεβαίως το καθ’ ύλην αρμόδιο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο αντιστέκονται. Για πόσο; Ο κ. Γερουλάνος είναι σαφής: «Η Ακρόπολη δεν δίνεται αντιπαροχή ούτε ενοικιάζεται».

Πόσο φθείρονται ή ταλαιπωρούνται τα μουσεία και τα μνημεία από παρόμοιες εκχωρήσεις; Η συζήτηση έχει ανοίξει εδώ και χρόνια. Ούτε καινούργια είναι ούτε τα ερωτήματα που τίθενται βρίσκουν εύκολα απαντήσεις. Οι καιροί, όμως, τα καθιστούν πιο πιεστικά. Ανάμεσα στην απόρριψη και την καταγγελτική ευκολία από τη μια πλευρά και στην αναφανδόν αποδοχή των όρων της αγοράς από την άλλη, υπάρχει ένας ενδιάμεσος χώρος ζυμώσεων και προβληματισμού. Πλήττεται το συμβολικό φορτίο του Λούβρου εάν συνδέσει το όνομά του με ελβετικά ρολόγια ή υποβαθμίζεται το Παλάτι των Δόγηδων αν φιλοξενήσει, έναντι αδρού αντιτίμου, για κάποιο χρονικό διάστημα τον Bulgari; Πρόκειται για ανυπέρβλητη οικονομική ανάγκη ή για σιωπηρή άλωση του πολιτισμού που τροφοδοτεί με άλλοθι, έμπνευση και κύρος τον μύλο της διαφήμισης; Πόσο αιρετική μπορεί να είναι η στάση της τέχνης όταν ομογενοποιείται και προσαρτάται στον καταναλωτικό πυρετό; Ποια είναι η πρόκληση και οι διέξοδοι που προσφέρει; Γιατί η προστασία του μνημείου θεωρείται συντήρηση και η εκχώρησή του, απλώς, ήπια προσαρμογή στα κελεύσματα των καιρών;

Οι απαντήσεις είναι πολλές και δεν αφορούν μόνο αισθητικά ή ηθικά κριτήρια. Η κοινωνία έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης στον διάλογο. Αν το κράτος αδυνατεί να συντηρήσει την πολιτιστική κληρονομιά του (χωρίς φυσικά να απαλλάσσεται από το τίμημα αυτής της απόσυρσης), η πρόκληση ενός νέου κόσμου είναι μπροστά μας. Οι ρήξεις έχουν κόστος. Διάλυση, συνοχή ή διάσωση; Και τα τρία ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.