ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποτυπωματα

Δημοσιογραφία συχνά σημαίνει να λες «ο λόρδος Τζόουνς πέθανε» σε ανθρώπους που ούτε καν ήξεραν ότι ο λόρδος Τζόουνς ζούσε». Αυτός ο αφορισμός, που τον έχει διατυπώσει ένας μετρ των βρετανικών γραμμάτων, ήρθε στο νου μου όταν διάβασα ότι στις 18 Ιανουαρίου πέθανε στο Μπάφαλο των ΗΠΑ, σε ηλικία 101 ετών, ο φωτογράφος Μίλτον Ρογκόβιν. Οχι επειδή δεν ήξερα ότι υπήρχε ένας διάσημος φωτογράφος Ρογκόβιν (όπως υποθέτω ότι δεν το ήξεραν εκατομμύρια Ελληνες), αλλά επειδή, από τον τρόπο που τελικά μάθαμε, μέσες άκρες, ποιος ήταν, φαίνεται ότι δημοσιογραφία συχνά σημαίνει να λέμε «ο Ρογκόβιν πέθανε» τη στιγμή που δεν ξέραμε καν ότι ζούσε, αλλά και -αυτό είναι το χειρότερο- χωρίς να ενδιαφερόμαστε να μάθουμε ποιος ήταν.

Η είδηση για το τέλος του μεταδόθηκε από διεθνή πρακτορεία, έφτασε στον ελληνικό Τύπο, αλλά και σε πάμπολλα sites, γεγονός που δείχνει ότι πολλοί συγκινήθηκαν μαθαίνοντας όχι για τον θάνατο, αλλά για την ύπαρξη ενός ανθρώπου που αποτύπωσε σε δεκάδες χιλιάδες φωτογραφίες εκείνους που ζουν και εργάζονται στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης.

Ο γεννημένος στη Νέα Υόρκη Μίλτον Ρογκόβιν αποτύπωσε βιομηχανικούς εργάτες και μεταλλωρύχους (συχνά τα ίδια πρόσωπα και στη δουλειά και στη γειτονιά και στο σπίτι τους και σε διαφορετικές χρονολογίες) όχι μόνο στο Μπάφαλο, όπου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του διατηρώντας ένα κατάστημα οπτικών, αλλά και σε πολλές χώρες. Το καβαφικό «πρώτο σκαλί» της φωτογραφικής τέχνης στην πόλη το πάτησε αργά, στα 47 του χρόνια. Τη νεότητά του σφράγισαν η Μεγάλη Υφεση του ’30 και η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη, ενώ την ωριμότητά του ο κατατρεγμός, η επαγγελματική πτώση και η κοινωνική απομόνωση που γνώρισε στα χρόνια του μακαρθισμού. «Μίλησε» με τις φωτογραφίες του γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει αλλιώς, αν και, για την ακρίβεια, άφησε τους αγνοημένους, τους «ξεχασμένους» να μιλήσουν μέσα από τις πάντα ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, συνεχίζοντας και ανανεώνοντας την πλούσια αμερικανική παράδοση του κοινωνικού φωτογραφικού ρεπορτάζ. Οπως ο Βαν Γκογκ στα τέλη του 19ου αιώνα, έτσι και ο Ρογκόβιν νοιάστηκε για τους «Πατατοφάγους» της δικής του εποχής, τους ανθρώπους της τίμιας χειρωνακτικής δουλειάς – όταν υπήρχε ακόμα δουλειά, αλλά και αργότερα, όταν οι δουλειές πέταξαν μακριά και ήρθαν η αποβιομηχανοποίηση και η παρακμή. Δεν φωτογράφισε την τωρινή κρίση, αλλά οι κεραίες του είχαν συλλάβει τα προδρομικά σημάδια της. Στα 90 του, όταν πια δεν μπορούσε να ταξιδεύει στο εξωτερικό ή να παίρνει τους δρόμους και να επισκέπτεται ορυχεία και εργοστάσια, έγραψε το πρώτο του ποίημα (και ας μην είχε έως τότε γράψει ούτε ένα στίχο!).

Ο Ρογκόβιν δεν ήταν ένας άσημος και περιθωριακός, αλλά ένας αναγνωρισμένος, δοξασμένος φωτογράφος. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένας εκπληκτικός άνθρωπος που πέρασε από χίλια μύρια κύματα χωρίς να βουλιάξει, χωρίς να χάσει το πάθος για δημιουργία και το ενδιαφέρον για την πολιτική και τους ανθρώπους. (Στα 95 του πήρε μέρος σε μια διαδήλωση διαμαρτυρίας για τα βασανιστήρια στο Ιράκ!) «Ποτέ μην εγκαταλείπεις» ήταν το σύνθημά του, ακόμα και όταν σκοντάφτεις σε ένα βουνό από προβλήματα.

Σήμερα αξίζει να δούμε τις φωτογραφίες του Ρογκόβιν (κάτι σχετικά εύκολο), καθώς αυτές δείχνουν ότι η οικονομική κρίση, ο πόλεμος, οι δύσκολες καταστάσεις μέσα στις οποίες εκείνος σφυρηλατήθηκε ως κοινωνική προσωπικότητα, οι φουρτούνες και τα στραπάτσα δεν γεννούν μόνο στρατιές ηττημένων, δεν γεννούν μόνο την τυφλή οργή ή τον κυνισμό και την παραίτηση. Πάντα γεννούν, μπορούν να γεννήσουν και το αντίθετό τους.