ΑΠΟΨΕΙΣ

Wasted youth: νεότητα, αλλά όχι σπαταλημένη

Οι δύο ιστορίες κυλούν παράλληλα. Ο έφηβος skateboarder με την παρέα του διασχίζουν την καλοκαιρινή Αθήνα. Ο μεσήλικας δημόσιος υπάλληλος προσπαθεί να συντηρήσει την οικογένειά του, κάνοντας μια δουλειά που απεχθάνεται. Και οι δύο «χαμένοι» στην πόλη και στον εαυτό τους. Ο συνδετικός κρίκος εμφανίζεται στη μέση της ταινίας μέσα από ένα site που αναφέρεται στην «Wasted youth» (Σπαταλημένη νιότη) και στα λογότυπα αυτοκόλλητα που τυπώνουν τα δύο αγόρια και αρχίζουν να τοποθετηθούν σε διάφορα σημεία της πόλης, με την παρεμβολή μιας λέξης ευρείας χρήσης: «μαλάκα».

Η ελληνική ταινία με την υπογραφή δύο νέων σκηνοθετών, του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και του Jan Vogel, είχε επιλεγεί να προβληθεί στην έναρξη του Διεθνούς Φεστιβάλ του Ρότερνταμ την περασμένη Τετάρτη. Η υποδοχή ήταν ιδιαίτερα θερμή, ο διευθυντής του Φεστιβάλ, Ρούτγκερ Γουόλφσον σημειώνει. Παραθέτουμε το σχόλιο πλήρες: «Το Wasted Youth σε πείθει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Σαν ένας βίαιος (ακατέργαστος) οδηγός της Αθήνας του σήμερα. Αλλά και μέσα από τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, η ψυχολογία και τα προβλήματα των οποίων είναι απολύτως πραγματικά. Η ταινία σκιαγραφεί με διακριτικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στους πολίτες και τις αρχές (σ.σ.: ο μεσήλικας ήρωας είναι αστυνομικός), ανάμεσα στις ατομικές ελευθερίες και την οικονομική πραγματικότητα. Το Wasted Youth, χωρίς εύκολους εντυπωσιασμούς, κρατά το ενδιαφέρον του κοινού σε όλη τη διάρκεια αυτού του σύγχρονου, συναρπαστικού δράματος».

Οτι το ελληνικό σινεμά αποκτά όλο και καλύτερη μαρτυρία και θέση διεθνώς, πρόσβαση και βραβεία σε διεθνείς διοργανώσεις, έχει ήδη καταγραφεί. Οπως και το γεγονός ότι ο ελληνικός κινηματογράφος έχει αλλάξει σελίδα και εποχή. Ομως το θέμα μας δεν είναι πόσο προηγείται η τέχνη της κοινωνίας. Αυτό αποτελεί, εξάλλου, καταστατική συνθήκη της δημιουργίας.

Η πρώτη, δημοσιογραφική προβολή της ταινίας, μας άφησε βαρείς στα καθίσματα, με πολλές σκέψεις, χωρίς τις συνήθεις, λόγω πίεσης χρόνου, βιαστικές αποχωρήσεις. Επεσαν οι τίτλοι του τέλους, άναψαν τα φώτα και ύστερα δύσκολα και διστακτικά εγκαταλείψαμε τις θέσεις μας. Δεν ήταν μόνο η ένταση της ιστορίας, η σκηνοθετική δεξιοτεχνία ή η διευκρίνιση ότι παρά την ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα πρόκειται για καθαρή μυθοπλασία…

Τι σημαίνει «wasted youth» και πόσο η νιότη μπορεί να «σπαταληθεί»; Κι αν δεν σπαταληθεί τι σόι νιότη είναι; Ο έφηβος skateboarder που ακούει χιπ χοπ, προέρχεται από ένα μεσοαστικό σπίτι, έχει μια χαλαρή σχέση με τους γονείς του, συναντάει τους, διαφορετικούς, φίλους του και όλοι μαζί διασκεδάζουν με τον τρόπο της γενιάς τους (κωδικοποιημένη επικοινωνία, άσκοπες περιπλανήσεις, μπίρες, απορίες για το σύμπαν εμπνευσμένες από ηλεκτρονικά παιχνίδια, σχέσεις βιαστικές και αμήχανες), γιατί «σπαταλάει» τον χρόνο; Και με βάση ποια κριτήρια – αν όχι αποκλειστικά των ενηλίκων; Ο ενήλικας, τώρα, που συνυπάρχει με τον έφηβο σε παράλληλη κινηματογραφική τροχιά. Οι δυο τους δεν θα συναντηθούν σχεδόν ποτέ. Η ζωή του οικογενειάρχη, με σύζυγο και έφηβη κόρη, στο μικροαστικό διαμέρισμα, με την ηλικιωμένη μητέρα μαζί και την τηλεόραση στη διαπασών. Πιέζεται. Τελευταία στιγμή αποχωρεί από την επιχείρηση που έχει συμφωνήσει να στήσει με έναν φίλο του. Νελίβερι πίτσας. Φοβάται την αποτυχία. Ασφυκτιά. Ο προϊστάμενος στην υπηρεσία τον βάζει συνέχεια νυχτερινές βάρδιες. Πιέζεται και ασφυκτιά. Τι τον ευχαριστεί; Ποια είναι η βαλβίδα ασφαλείας; Δε μαθαίνουμε ποτέ.

Τι διαχωρίζει τη «σπαταλημένη νιότη» από μια ενήλικη ζωή χωρίς χαρά; Η ποιητική της παρακμής, ο ρομαντισμός της εκ των υστέρων ανάμνησης, η υπερεπένδυση σε μια ηλικία και μια εποχή μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη μουσική, η διαρκής επιστροφή στο διαρκές ανεκπλήρωτο. Αυτό που θα θέλαμε ως ενήλικες και ουδέποτε αναρωτηθήκαμε ως έφηβοι. Γιατί, απλούστατα, τότε, δεν μας αφορούσε.

Διπλή η παγίδα: από τη μια, αποθέωση της νεότητας. Διακηρύξεις πίστης στο καινούργιο και στο trendy. Λατρεία του εφήμερου. Θρίαμβος της κινητικότητας. Χρησιμοθηρική, καταναλωτική, εν τέλει οικονομικίστικη ιδεολογία. Από την άλλη, ενστικτώδη, συντηρητικά ανακλαστικά. Καταιγισμός από συμβουλές και νουθεσίες. Σφυροκόπημα για το ορθό και το δέον. Τα εσωτερικά σκοτάδια πυκνώνουν αντί να διαλύονται. Ο στόχος του γονιού δεν είναι να υποδείξει το στρεβλό, αλλά να βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει γιατί είναι στρεβλό. Αν είναι.

Η εκμετάλλευση της νεότητας είναι πολλαπλή. Βιομηχανία που απλώνεται σε αναρίθμητους κλάδους. Οσο και να αλλάξει ο τρόπος που απευθυνόμαστε στους νέους τίποτα δεν διαφοροποιείται αν δεν αλλάξουν οι κοινωνικές δομές και αντιλήψεις. Αλλιώς, η σχέση της κοινωνίας με τη νεότητα θυμίζει καλοστημένο ταχυδακτυλουργικό κόλπο: ανασύρεται από το καπέλο ό,τι εντυπωσιάζει περισσότερο, ανάλογα με την περίσταση.

Στην ταινία, η εφηβεία ούτε εξυμνείται ούτε δαιμονοποιείται. Ούτε έχει περισσότερες ούτε λιγότερες λέξεις από τους ενήλικες γονείς. Εχει, απλώς, τις δικές της. Τα αδιέξοδα του ενήλικα δεν συνδέονται υποχρεωτικά με τη «σπαταλημένη νιότη». Οχι μόνο γιατί η σπατάλη είναι μια μετέπειτα εκτίμηση που λίγο αφορά τη νεότητα. Αλλά γιατί είναι πολύ βολικό να διατηρούμε τον μύθο των χαμένων χρόνων. Δικαιολογούμε έτσι τη συστηματική ισοπέδωση του ενήλικου βίου που αναζητεί τη συνενοχή και το άλλοθι στο σπαταλημένο παρελθόν. Οχι στη νεότητα που έζησε, αλλά σε εκείνη που, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις προσδοκίες κάθε νέας εποχής, θεωρεί ότι θα έπρεπε να έχει ζήσει.