ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποθεσεις

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου του 2009. Στο πρώτο Υπουργικό Συμβούλιο της νέας κυβέρνησης, μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 4ης του μηνός, ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου, πιθανόν επηρεασμένος και από το γεγονός ότι κατέρριπτε ένα ρεκόρ μάλλον παγκόσμιο (τρίτος πρωθυπουργός από την ίδια οικογένεια, σε ευθεία διαδοχή) και δείχνοντας έτοιμος να ξαναδοξάσει την επαγγελία που είχε συνοψιστεί στο σύνθημα «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία», είπε και το εξής παραμυθητικό: «Είμαστε οι ενδιάμεσοι μεταξύ του πολίτη και της διοίκησης. Είμαστε αντιεξουσιαστές της εξουσίας». Κι ο λόγος του, που δικαίωνε όσους επιμένουν ότι στην ιστορία της πολιτικής ρητορικής πρέπει να υπάρξει ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στη σχολή του παπανδρεϊσμού, έγινε πρωτοσέλιδος τίτλος, αφορμή για δεκάλεπτες «σημειολογικές»  αναλύσεις στην τηλεόραση και κυρίως αιτία για να ταραχτούν τα φαντάσματα του Μπακούνιν, του Κροπότκιν και του Ντουρούτι.

Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου του 2010. Στο πρώτο Υπουργικό Συμβούλιο τής μόλις ανασχηματισθείσας κυβέρνησης, το οποίο μάλιστα συνήλθε «για συμβολικούς λόγους» στη Θεσσαλονίκη (άλλο κεφάλαιο αυτό, απέραντο: το ΠΑΣΟΚ και η συμβολολογία), ο κ. Παπανδρέου επανέρχεται στην προσφιλή του διαβεβαίωση. Εχοντας ίσως πληροφορηθεί ότι εν τω μεταξύ ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν και ο Ντουρούτι είχαν ξαναβρεί την ηρεμία τους, διατράνωσε ξανά το πιστεύω του: «Είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία. Είμαστε εκπρόσωποι των πολιτών μας και όχι των υπουργείων μας».

Κάτι παραπάνω από ένα χρόνο μετά, 20 Ιανουαρίου του 2011, ο κ. Παπανδρέου αποδεικνύει πόσο σταθερός είναι στις πεποιθήσεις του, δηλαδή στις διακηρύξεις του: μιλώντας και πάλι στο Υπουργικό του Συμβούλιο, απηύθυνε προσκλητήριο στους υφισταμένους του «να γίνουν αντιεξουσιαστές στην εξουσία» και, επιπλέον, «αιρετικοί». Κάπως φθαρμένη ακούστηκε τούτη τη φορά η μαγνητοταινία, αυτό όμως δεν μείωσε τον ενθουσιασμό των υπουργών για το αρχηγικό κέλευσμα, ο ενθουσιασμός αυτός άλλωστε τυγχάνει καταστατική τους υποχρέωση. Γενικότερα, οι κομματικώς υφιστάμενοι, κι όχι μονάχα στο ΠΑΣΟΚ, οφείλουν να συναρπάζονται (δηλαδή να δείχνουν ότι συναρπάζονται) όποτε ακούνε τις εντολές του ηγέτη, να βρίσκουν βαθύτατο νόημα και στην πιο ρηχή φράση του και να αναφωνούν με θαυμασμό και συγκίνηση «πρωτάκουστο!» ακόμα κι όταν γίνονται αυτήκοοι μάρτυρες της δέκατης επανάληψης ενός κενολογήματος. Οταν βέβαια ο ηγέτης συνταξιοδοτηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, έχουν κάποιο δικαίωμα αναδρομικής κριτικής, υπό την προϋπόθεση ότι, για να γίνουν περισσότερο πιστευτοί, θα ξεκινούν κάθε δήλωσή τους με το μοτίβο «εγώ τα έλεγα από τότε αλλά δεν με άκουγαν» («προφανώς επειδή τα έλεγα από μέσα μου» θα συμπληρώνουν από μέσα τους).

Καμία αντίρρηση. Οι άνθρωποι είμαστε οι εμμονές μας, τα κλισέ μας, τα τρία-τέσσερα πράγματα που παγιώνονται μέσα μας και μας στοιχειώνουν. Τα κλισέ του κ. Παπανδρέου, οι εμμονές του, είναι τέσσερις, όσο βλέπω: Πρώτη, η «άμεση δημοκρατία», αλλά με αυτήν ξεμπέρδεψε νωρίς, στα συνέδρια του κόμματός του, όταν με το πριγκιπικό δαχτυλίδι ήδη φορεμένο, έδωσε στους οπαδούς του το κορυφαίο δικαίωμα να τον ανακηρύξουν πάραυτα ηγεμόνα, δίχως τη χρονοβόρα μεσολάβηση συζητήσεων, συγκρούσεων με αντίπαλες υποψηφιότητες και λοιπά μη αμεσοδημοκρατικά. Δεύτερη, η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ανώτερο στάδιο της οποίας είναι το κυβερνάν διά τηλεδιασκέψεων, ώστε να μην εμποδίζεται η διοίκηση της χώρας από τα αλλεπάλληλα ταξίδια του. Εμμονή τρίτη η «επανάσταση του αυτονόητου», όπου, αυτονοήτως, τα αυτονόητα ορίζονται αυθεντικά από τον ίδιο, αφού όλοι οι υπόλοιποι δεν διαθέτουν τις παραστάσεις εκείνες που θα τους επέτρεπαν να πουν κάτι ουσιώδες επί του θέματος, κάτι να συνεισφέρουν. Κλισέ τέταρτο, «η αντιεξουσία στην εξουσία», κατεξοχήν προσωποποιημένη από τον ίδιο (και κατά δεύτερο λόγο από τον κ. Πάγκαλο, αποδεδειγμένα αναρχικής παιδείας και αντιεξουσιαστικής πρακτικής).

Για να επανέρχεται ωστόσο ανά τρίτο ή πέμπτο Υπουργικό Συμβούλιο ο πρωθυπουργός στην ίδια παραίνεση, δύο τινά πρέπει να συμβαίνουν. Ενδεχόμενο πρώτο: οι υπουργοί του δεν τον ακούνε καν, δεν καταγράφουν βαθιά στο μυαλό τους τις εντολές και τις συμβουλές του, άλλωστε η ρουτίνα των υπουργικών συμβουλίων υπό τον κ. Παπανδρέου, όπου μιλάει μόνο αυτός και οι άλλοι παρακολουθούν με ελαφρώς σκυμμένη κεφαλή, δεν ευνοεί ιδιαίτερα την πνευματική συγκέντρωση και την προσεκτική παρακολούθηση. Ενδεχόμενο δεύτερο: οι υπουργοί ακούνε με προσοχή, καταγράφουν αλλά αμέσως μόλις ξαναβρεθούν στα γραφεία και στον θώκο τους ξεγράφουν, σβήνουν, με γομολάστιχα, με διορθωτικό ή με ένα ντιλίτ στον υπολογιστή της μνήμης τους. Και διαγράφουν όσα πατερναλιστικά άκουσαν είτε επειδή αδιαφορούν για το περιεχόμενό τους (πράγμα όχι και τόσο πιθανό, γιατί θα διακινδύνευαν τη θέση τους), είτε επειδή η μικρή ή μεγάλη τους θητεία στα αξιώματα τους έχει πείσει ότι η εξουσία, και η πιο μικρή, δεν μοιράζεται, δεν αυτοϋπονομεύεται, δεν αυτοκρίνεται καν, διότι διαφορετικά χάνει το μεδούλι της, τη νοστιμιά και την ουσία της. Κι απ’ ό, τι θυμάμαι, μόνο ο κ. Χρυσοχοΐδης είχε λάβει κατά γράμμα το μήνυμα του προϊσταμένου του και δήλωνε ότι «και αντιεξουσιαστής είναι και φίλους αντιεξουσιαστές έχει», και τιμήθηκε κατόπιν αυτού με την αναβάθμισή του από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, όπου ως γνωστόν θριάμβευσε για δεύτερη φορά, στο της Αναπτύξεως, όπου ήδη θριαμβεύει.

Τι σημαίνει στ’ αλήθεια, τι θα μπορούσε να σημαίνει πολιτικά το δόγμα «είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία»; Σε ποιο παραδεισένιο σύστημα διαχείρισης των κοινών μπορεί να υπάρξει αυτό το περίεργο υβριδικό πλάσμα, μισός αντιεξουσιαστής-μισός εξουσιαστής; Πόσο αντιεξουσιαστής μπορεί να γίνει ξαφνικά, στα μισά του βίου του και παραπάνω, κάποιος που, όπως διδάχτηκε παιδιόθεν, συνήθισε να ηγείται αυτονομιμοποιούμενος, να λατρεύεται, να διατάζει, να μην ανέχεται την κριτική ακόμα και στην ηπιότερη εκδοχή της και να εξαντλεί την αυτοκριτική του προθυμία στα τηλεοπτικής καταναλώσεως λογύδρια; Ο «αντιεξουσιαστής στην εξουσία» πρωθυπουργός ηγεμονεύει εξουσιαστικότατα, σαν τυπικός Παπανδρέου, απλώς φροντίζει να επικαλύπτει τον αυταρχισμό του με το χαμόγελο του προσηνούς και του ανοιχτού στον διάλογο (τον ηλεκτρονικό πάντοτε). Αυτό το μοντέλο διδάσκει στους υφισταμένους του, είτε υπουργοί είναι είτε ανθυποδιοικητές σε οποιαδήποτε υπηρεσία. Κι αυτοί το ασπάζονται και το αναπαράγουν εκθύμως στο μικρό πεδίο των αρμοδιοτήτων τους. Τον ακούνε βέβαια να κηρύσσει ανένδοτο πόλεμο κατά της εξουσίας, αλλά χαμογελάνε, απλώς χαμογελάνε – από μέσα τους πάντοτε. Οι υπόλοιποι, όσοι υφιστάμεθα την αντιεξουσία τους, δεν έχουμε λόγους να χαμογελάμε όταν, προς το παρόν τουλάχιστον, παραμένει αναφαίρετο το δικαίωμα του καγχασμού.