ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Δημοκρατία ανάμεσα στην αμφισβήτηση και την ανικανότητά της

Συζητούσαμε τις προάλλες σε μια συντροφιά το γνωστό, θλιβερό θέμα – το μόνο θέμα που κουβεντιάζουν οι περισσότεροι εδώ και καιρό, με αποτέλεσμα να έχουμε μπει πλέον στον Ιούλιο και ακόμη να μην έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ήλθε το καλοκαίρι. Ενας εκ των φίλων, που συμβαίνει να είναι συγγραφέας γνωστός στο εξωτερικό, μετέφερε στη συντροφιά τα συμπεράσματα για την κατάσταση σημαντικού Βρετανού δημοσιογράφου, στον οποίο έδωσε συνέντευξη. Ο ξένος δημοσιογράφος είχε περάσει μια εβδομάδα στην Αθήνα όπου και συνάντησε πολύ κόσμο. Το πιο ενδιαφέρον -επειδή είναι και το μόνο ελπιδοφόρο- από όσα διαπίστωσε ο Βρετανός επισκέπτης ήταν ότι στην Ελλάδα συνάντησε πληθώρα αξιόλογων, ικανών ανθρώπων. Προφανώς, μετά τις χιλιάδες των αρνητικών δημοσιευμάτων, μετά τις τηλεοπτικές εικόνες των οδομαχιών και των καταστροφών, κάτι τέτοιο δεν το περίμενε και του άφησε βαθιά εντύπωση. Για τον λόγο αυτόν, έμεινε ο ξένος με το αίσθημα της θλίψης για την αναπόφευκτη μοίρα μιας χώρας, που όμως διαθέτει τόσο πλούσιο ανθρώπινο δυναμικό.

Θυμήθηκα τότε έναν άλλον Βρετανό δημοσιογράφο, πολεμικό ανταποκριτή, τον Ρίτσαρντ Κέιπελ, που είχε επισκεφθεί την Ελλάδα πριν από 67 χρόνια, σε μέρες απείρως δυσκολότερες από τις σημερινές – και θέλω να ελπίζω από τις μελλούμενες.

Στο βιβλίο του «Simiomata, A Greek Notebook, 1944-1945» (δυστυχώς αμετάφραστο στα ελληνικά, για το οποίο έχω γράψει και παλαιότερα στη στήλη), o Κέιπελ περιγράφει μία συγκινητική σκηνή, η οποία νομίζω ότι περιγράφει το είδος της αφύπνισης, που θα ευχόμουν να μας συμβεί τώρα. Είναι Δεκέμβριος του 1944. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχωρούν από τον Πειραιά και ο Κέιπελ περιγράφει ένα συσσίτιο στο Φάληρο, από αυτά που οργάνωναν οι Αγγλοι στις ασφαλείς περιοχές της πόλης: «Το κέντρο διανομής που είδα ήταν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, που έβλεπε στον δυτικό κόλπο, του Αγίου Γεωργίου, και από εκεί πέρα στους λευκούς λόφους, από τους οποίους κατέβαινε ένας άσπλαχνος αέρας. Εγώ, μέσα στο παλτό μου, τον ένοιωθα. Οι άνθρωποι στην ουρά πατούσαν μέσα σε λακκούβες γεμάτες από το νερό της βροχής. Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι άνθρωποι, αξιοθρήνητοι μέσα στα παλιά, τριμμένα ρούχα τους. Περίμεναν όλο το απόγευμα. Πολλοί πρόλαβαν να πάρουν κάτι, αλλά περίπου ογδόντα ξέμειναν, όταν οι προμήθειες τελείωσαν. Για λίγο, υπήρξε κάτι σαν απόγνωση. Αναμαλλιασμένες γυναίκες θρηνούσαν. Τους είπαν να ξανάρθουν το επόμενο πρωί, αλλά οι μπροστινοί στην ουρά συνέχιζαν τις εκκλήσεις. Οι Ινδοί στρατιώτες της φρουράς κοιτούσαν ανέκφραστοι. Τότε ο Λάμπτον Μπερν πρότεινε, παρότι το φως έπεφτε, να τους φωτογραφίσει. Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι! Είναι ακατανίκητοι. Μόλις ο Μπερν έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή, τα δάκρυα σκουπίστηκαν, οι γυναίκες τακτοποίησαν τα μαλλιά τους, τα χαμόγελα εμφανίσθηκαν και τα πρόσωπα ζωντάνεψαν. Το μόνο που μπορούσα ήταν να σφίγγω το ένα μετά το άλλο τα κοκκαλιάρικα χέρια και να λέω: «Avrion! Τomorrow!»»

Εκφράζοντας τον θαυμασμό του για τους Ελληνες, ο Κέιπελ χρησιμοποιεί και μία λέξη -ίσως τη σημαντικότερη της περικοπής- την οποία σκοπίμως παρέλειψα από την πρόχειρη μετάφρασή μου, επειδή μόνον περιφραστικά αποδίδεται στη γλώσσα μας: resilience, λέξη που σημαίνει τη δυνατότητα επαναφοράς ενός πράγματος στην αρχική του κατάσταση. Γι’ αυτή τους τη δυνατότητα, ο Κέιπελ μένει εκστατικός με τους Ελληνες. Αυτή είναι που χρειαζόμαστε τώρα και πρέπει, με κάποιον τρόπο, να την ζωντανέψουμε μέσα μας. Πολύ περισσότερο, δε, αφού ακόμη και την ώρα του διεθνούς εξευτελισμού μας διαθέτουμε ανθρώπινο δυναμικό, που εντυπωσιάζει με την ποιότητά του και τους πιο αυστηρούς κριτές μας, εφόσον τους δίνεται η ευκαιρία να το γνωρίσουν. Εχουμε το πολυτιμότερο κεφάλαιο για μια χώρα: τους ανθρώπους. Αυτούς τους ανθρώπους, που διαπρέπουν στην Ευρώπη και την Αμερική, όταν τους δίνεται η δυνατότητα να λειτουργήσουν μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος με σοβαρούς θεσμούς και κανόνες, ενώ εδώ μέσα τους καταπίνει η χοάνη του λαϊκισμού, που παράγει τον κοινωνικό πολτό και την ψοφοδεή ηγεσία του.

Φαντάζομαι ότι όλοι μας αναρωτιόμαστε μήπως η προϋπόθεση για την αφύπνιση των δημιουργικών δυνάμεών μας είναι το απευκταίον: η ολική καταστροφή. (Εξάλλου, η σκηνή που περιγράφει ο Κέιπελ τοποθετείται στο μέσον της διαδρομής της τραγικής δεκαετίας του 1940: θα ακολουθήσει η ακόμη μεγαλύτερη φρίκη του τρίτου γύρου του Εμφυλίου και ύστερα θα έλθει η ανοδική πορεία). Μήπως, λοιπόν, έχουμε πολύ δρόμο ακόμη, ώσπου να πιάσουμε πάτο και να ξεκινήσει η ανόρθωση;

Ο καλύτερος τρόπος που έχω για να συμπυκνώσω το πρόβλημα το οποίο εμποδίζει τώρα την ανόρθωση είναι ότι βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην αμφισβήτηση της Δημοκρατίας, από τη μια πλευρά, και στην καταφανή ανικανότητα της Δημοκρατίας, από την άλλη. Η μεν πρώτη είναι έκδηλη στο χυδαίο σύνθημα: «Να καεί, να καεί το μπορντέλο η Βουλή». Είναι, δε, ενδεικτικό της πνευματικής ρηχότητας των ταγών του έθνους ότι οι περισσότεροι -και δη οι καθωσπρέπει τηλεαστέρες- δείχνουν να σοκάρονται περισσότερο από τον χαρακτηρισμό της Βουλής με τον όρο «μπορντέλο», παρά από την ανατριχιαστική έκκληση για την πυρπόλησή της. Να την κάψουμε, λοιπόν, τη ρημάδα! Μετά τι θα κάνουμε; «Αμεση Δημοκρατία», όπου ο καθένας θα έχει γνώμη για τα πάντα; Μα, εδώ έχουμε σήμερα τριακόσιους αντιπροσώπους και μας βγαίνει το λάδι, ώσπου να συνεννοηθούν και να πάρουν μια απόφαση για τα στοιχειώδη! Θα τα καταφέρουμε καλύτερα, αν κάθε τρεις και λίγο επιχειρούμε τον συγκερασμό μερικών εκατομμυρίων γνωμών για κάθε τι; Προς Θεού, όχι. Κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον επιδείνωση του σημερινού προβλήματος, παρά η λύση του.

Η ανικανότητα της σημερινής Δημοκρατίας οφείλεται κυρίως στην ενδοτικότητα της ηγεσίας στις λαϊκιστικές πιέσεις. Χαμηλώσαμε όσο ήταν δυνατόν τον διαιρέτη του κλάσματος, ώστε να χωράμε όσο γίνεται περισσότεροι στο πηλίκον. Αποκτήσαμε, φερ’ ειπείν, πενήντα υπουργούς, εκεί όπου κάποτε κάναμε δουλειά με είκοσι πέντε· εβδομήντα αρεοπαγίτες, ενώ το 1995 ήσαν μόλις τριάντα πέντε· έχουμε και πενήντα στρατηγούς, όσους δηλαδή έχει και ο στρατός των ΗΠΑ και δεν ξέρω πόσες χιλιάδες ακόμη συνταξιούχους στρατηγούς. Συνοπτικά, από όποια πλευρά και αν εξετάσουμε τη Δημοκρατίας μας (που, ως γνωστόν, δεν έχει αδιέξοδα…) διαπιστώνουμε ότι την έχουμε ξεχειλώσει. Από πού, λοιπόν, θα προέλθει το πνεύμα της ανόρθωσης; Λυπάμαι, αλλά έτοιμη απάντηση στο ερώτημα δεν έχω. Εχω μόνον τη βεβαιότητα ότι όσο και αν είναι δίκαια η οργή μας με τους πολιτικούς, η λύση για την πατρίδα μας μπορεί να έλθει μόνο μέσα από τη Δημοκρατία – αλλά μια Δημοκρατία απαλλαγμένη από τον λαϊκισμό. Αλίμονο αν, προκειμένου να ανασκουμπωθούμε, πρέπει πρώτα να ζήσουμε κυβέρνηση Χατζηνικολάου, με υπουργό Οικονομικών Αυτιά και Πολιτισμού τον Τράγκα!

Και, πάντως, για να κλείσω την επικοινωνία μας με μια κωμικοτραγική νότα, σας βεβαιώ ότι από τα τανκς -τον κίνδυνο των οποίων προσφάτως επέσεισε η Αριστερά, διαστρέφοντας το πνεύμα μιας δήλωσης του Πάγκαλου- δεν έχουμε ούτε να φοβόμαστε τίποτε ούτε να ελπίζουμε. Πληροφορούμαι ότι, για λόγους που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, την περασμένη εβδομάδα το Ελεγκτικό Συνέδριο ακύρωσε την αγορά καυσίμων αξίας δέκα εκατομμυρίων ευρώ για το Στράτευμα. Οπότε, αναγκαστικά πλέον, τα άρματα κινούνται με καύσιμα από τα μόνιμα αποθέματα ασφαλείας των είκοσι ημερών. Αρα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι…