ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι γράφει ο ξένος Τύπος

Το 1947, με το σχέδιο Μάρσαλ, οι Αμερικανοί έκαναν το πρώτο βήμα για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα, οι Ευρωπαίοι καλούνται να σχεδιάσουν ένα δικό τους σχέδιο Μάρσαλ. Η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος από το ελληνικό Κοινοβούλιο, που έλαβε χώρα πριν από λίγες ημέρες, εξαγόρασε λίγο χρόνο στους Ευρωπαίους, αλλά όχι για πολύ. Είναι άραγε εφικτή η δημιουργία ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ ή πρόκειται μόνο για ευσεβείς πόθους; Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή στις δοκιμασίες που αντιμετώπισε η Ευρώπη τη δεκαετία του ’40, αποκαλύπτονται οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος, αλλά και τα εμπόδια που ελλοχεύουν σε σχέση με την εξέλιξή του.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν με τον υπουργό Εξωτερικών, Τζορτζ Μάρσαλ, θεώρησαν τότε δεδομένο ότι η κρίση ήταν πάνω απ’ όλα μια πρόκληση διακυβέρνησης. Ο Μάρσαλ είχε διατελέσει επικεφαλής σχεδιασμού των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπό την προεδρία του Ρούσβελτ, και ο ίδιος ο Τσόρτσιλ τον είχε αποκαλέσει «ενορχηστρωτή της νίκης». Ηταν αποφασισμένος, με θαρραλέες και τολμηρές κινήσεις, να δώσει τη μάχη για την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης. Με αφορμή τον ελληνικό Εμφύλιο, το 1947, έριξε τις ΗΠΑ σ’ έναν άνευ προηγουμένου αγώνα για τη σωτηρία των Ευρωπαίων.

Απέναντι στα προβλήματα της Γηραιάς Ηπείρου τότε, τα δικά μας φαίνονται ασήμαντα. Στην κατεχόμενη μεταπολεμική Γερμανία, που αποτελούσε και τον οικονομικό γίγαντα της Ευρώπης, οι κάτοικοι βρίσκονταν στα όρια της πείνας και η βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει στο 1/3, σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Με το σχέδιο Μάρσαλ (επισήμως γνωστό ως Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανάκαμψης) δόθηκαν στην Ευρώπη 13 δισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 800 δισ. δολάρια με σημερινούς υπολογισμούς, γύρω στο 5% του αμερικανικού ΑΕΠ το 1948), που αποτέλεσαν και τα θεμέλια του «οικονομικού θαύματος», τη δεκαετία που ακολούθησε. Οι ΗΠΑ διέγραψαν το προπολεμικό γαλλικό χρέος και λίγα χρόνια αργότερα μέρος του γερμανικού, παραβλέποντας έτσι τον ρόλο της Γερμανίας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Μάρσαλ είχε συνειδητοποιήσει ότι τα πραγματικά οφέλη της αποφασιστικής παρέμβασής του δεν ήταν ποσοτικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά. Μονάχα η αυτοπεποίθηση που παρείχε μια ισχυρή κυβερνητική ηγεσία, θα ήταν σε θέση να καθησυχάσει τις αγορές. Και αποδείχτηκε εύστοχος στην αντίληψή του: η Ευρώπη κατάφερε να ορθοποδήσει και να ευημερήσει χάρη σε ένα συνδυασμό αναπτυξιακών δεσμεύσεων από την πλευρά των κυβερνήσεων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Αν εξετάσουμε τώρα την πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ευρωπαίοι ηγέτες, θα διαπιστώσουμε ότι το ΑΕΠ της Ε. Ε. έχει μειωθεί ελάχιστα από το 2008. Το βασικό πρόβλημα του χρέους προκύπτει από τρεις μικρές χώρες -την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία- των οποίων η συνολική συμμετοχή στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ είναι λιγότερη από 5%. Η γερμανική οικονομία βρίσκεται σε άνθηση. Αν και τα όσα διακυβεύονται, το μέλλον δηλαδή της Ενωσης, είναι πολλά, τα ποσά που χρειάζονται είναι στην πραγματικότητα λίγα.

Επιπροσθέτως, η προσέγγιση που χρειάζεται για τη διαχείριση του προβλήματος δεν αποτελεί μυστήριο. Για να μπορέσουν οι Ελληνες να μειώσουν το χρέος τους, τα επιτόκια δανεισμού πρέπει να μειωθούν. Καθώς οι αγορές δεν προτίθενται να πράξουν κάτι τέτοιο από μόνες τους, η μόνη λύση είναι η ανταλλαγή χρέους, ένα σχέδιο που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’80, γνωστό και ως σχέδιο Μπρέιντι. Ενα παρόμοιο σχέδιο συζητείται αυτή τη στιγμή σε Αθήνα και Βρυξέλλες. Ταυτόχρονα, όμως, η Κομισιόν θα πρέπει να επιταχύνει την εισροή αναπτυξιακών κεφαλαίων προς την Ελλάδα και σε αντάλλαγμα η ελληνική κυβέρνηση να δεσμευτεί για περαιτέρω θεσμικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, με αυξημένη επιτήρηση από τους εταίρους της. Ο συνδυασμός των μέτρων αυτών θα βοηθήσει στην ψυχολογική ανάκαμψη των Ελλήνων, διότι χωρίς αυτόν, το πρόγραμμα λιτότητας θα καταρρεύσει πριν από τον χειμώνα.

Σε ανιούσα κατάταξη, τρία βασικά προβλήματα παρουσιάζονται: Το λιγότερο σημαντικό είναι η δημόσια αντίθεση των πολιτών του ανεπτυγμένου Βορρά για περαιτέρω οικονομική ενίσχυση των κρατών που δοκιμάζονται. Αυτό όμως μπορεί να ξεπεραστεί, καθώς κάθε φορά που η Ευρώπη έχει βρεθεί σε πραγματικό κίνδυνο -μετά την κατάρρευση της Lehman το 2008 αλλά και πέρυσι- οι ηγέτες του Βορρά έχουν στηρίξει μεγάλα πακέτα διάσωσης, υποστηρίζοντας με εύλογα επιχειρήματα τις αποφάσεις τους απέναντι στους ψηφοφόρους τους. Το πρόβλημα είναι ότι άργησαν να το πράξουν και τελικά απέτυχαν να πείσουν. Ο πρωθυπουργός της Πολωνίας είχε δίκιο όταν την προηγούμενη εβδομάδα άσκησε κριτική στους Ευρωπαίους ηγέτες για την αποτυχία να εξηγήσουν με σαφήνεια στους πολίτες των κρατών τους τα οφέλη που θα αποκομίσουν από αυτή τη συνεργασία.

Ενα δυσχερέστερο εμπόδιο για το πακέτο διάσωσης αποτελεί η ισχύς του σημερινού χρηματοπιστωτικού τομέα. Δικαίως θα αναρωτιόταν κάποιος πώς θα κατάφερνε ο στρατηγός Μάρσαλ να προχωρήσει στο σχέδιο οικονομικής διάσωσης της Ευρώπης εάν ανησυχούσε για τη γνώμη των οίκων αξιολόγησης. Ευτυχώς για εκείνον, στην εποχή του τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Τα γεγονότα των περασμένων μηνών έδειξαν πόσο λίγα έγιναν για να περιοριστεί η ισχύς των χρηματοπιστωτικών αυτών ιδρυμάτων, μετά την κρίση του 2008. Ωστόσο και αυτό το εμπόδιο μπορεί να ξεπεραστεί. Θεωρητικά, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα μπορούσαν να ρυθμίσουν τους κανόνες λειτουργίας αυτών των ιδρυμάτων. Το γεγονός ότι δεν το κάνουν, δείχνει ότι και οι ίδιοι αμφιβάλλουν για το πόση ισχύ έχουν. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Στα μυαλά των ηγετών, όπου κυριαρχεί η νοοτροπία της Μάργκαρετ Θάτσερ, όχι του Τζορτζ Μάρσαλ. Και ξεχνάνε ότι και στη Γερμανία επετράπη να διαγράψει τα πολεμικά της χρέη το 1953, κάτι που αποτέλεσε προϋπόθεση για τη μετέπειτα ανάπτυξή της.

Αυτή τη φορά οι Αμερικανοί δεν θα σπεύσουν προς διάσωση της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να σωθούν μόνοι τους. Είναι άραγε ικανοί; Ο χρόνος μετράει αντίστροφα…

* Ο κ. Mark Mazower είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Columbia.