ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «ελληνοποίηση» ενός θεσμού

Πριν από λίγες μέρες δημοσιεύθηκε το νομοσχέδιο για την οργάνωση της ανώτατης παιδείας. Οι αλλαγές που προτείνονται είναι πολλές και οι περισσότερες από τις οποίες, εάν εφαρμοστούν σωστά, πράγματι θα λύσουν πολλά από τα χρονίζοντα προβλήματα της ανώτατης παιδείας.

Στο σημερινό άρθρο θα σταθώ σε μια από τις πιο σημαντικές προτεινόμενες αλλαγές, την εισαγωγή του Συμβουλίου Διοίκησης, που, κατά τη γνώμη μου, χρήζει ριζικής τροποποίησης πριν οριστικοποιηθεί, για να μην καταλήξει απλά ως άλλος ένας «ελληνοποιημένος» θεσμός. Δηλαδή, εισαγόμενη καλή πρακτική η οποία, προσαρμοσμένη στα ελληνικά δεδομένα ύστερα από σημαντικές αλλαγές στην αρχιτεκτονική των στοιχείων που την απαρτίζουν, θα έχει αρνητικές έως και καταστροφικές μακροχρόνιες επιπτώσεις τόσο για τα ΑΕΙ όσο και για την κοινωνία μας. Γιατί, τα στοιχεία που απαρτίζουν έναν διοικητικό θεσμό όπως το Συμβούλιο Διοίκησης είναι οι κανόνες διακυβέρνησης και οι αξίες που τον διέπουν, η δομή και οι διαδικασίες του, που, όπως γνωρίζουμε από την οργανωτική θεωρία, επηρεάζουν τη συμπεριφορά τόσο του ίδιου του οργανισμού όσο και των συμμετεχόντων και εχόντων σχέση με αυτόν.

Στην προσπάθειά του, προφανώς, να εξασφαλίσει την αποδοχή της προτάσεώς του από την πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και να ξεπεράσει το εμπόδιο του άρθρου 16 του Συντάγματος που προβλέπει πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, το υπουργείο Παιδείας προβαίνει σε μια σημαντική τροποποίηση του θεσμού του Συμβουλίου Διοίκησης στα ΑΕΙ, αποκλίνοντας από τις εξαγγελίες της 26ης Σεπτεμβρίου του 2010 στους Δελφούς, αλλά και τις πρακτικές διακυβέρνησης της συντριπτικής πλειοψηφίας των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου.

Συγκεκριμένα, στο νομοσχέδιο αναφέρεται ότι το συμβούλιο για ένα μεγάλο πανεπιστήμιο αποτελείται από δεκαπέντε μέλη, τα οκτώ από τα οποία προέρχονται από το ίδρυμα (επτά καθηγητές και ένας φοιτητής), και εκλέγονται οι μεν καθηγητές από το σύνολο του διδακτικού προσωπικού του ιδρύματος και ο φοιτητής από το σύνολο των ενεργών φοιτητών. Ο πρόεδρος, ο αναπληρωτής πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη του συμβουλίου εκλέγονται από τα εσωτερικά μέλη με φανερή ψηφοφορία και αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων.

Ετσι απλά, η Πολιτεία προτίθεται να εκχωρήσει τις αρμοδιότητές της σε ένα όργανο, εν προκειμένω στο Συμβούλιο Διοίκησης, τα μέλη του οποίου είναι εκλεγμένα από την πανεπιστημιακή κοινότητα, την οποία η Πολιτεία πρέπει να ελέγχει και της οποίας τα προγράμματα και τις δραστηριότητες πρέπει να εγκρίνει!

Πιο συγκεκριμένα, τέσσερα είναι τα σημεία καταστρατήγησης της αρχιτεκτονικής των στοιχείων διακυβέρνησης του θεσμού του Συμβουλίου Διοίκησης:

Πρώτον, η συμμετοχή των επτά εκλεγμένων καθηγητών και του ενός φοιτητή του ιδρύματος. Η καταστρατήγηση έγκειται στο γεγονός ότι παραβιάζεται μία από τις βασικότερες αρχές της διοικητικής επιστήμης, που θέλει, για την επίτευξη σωστής διακυβέρνησης, αυτονομίας και αυτοτέλειας ενός μη κυβερνητικού οργανισμού ο οποίος ανήκει στην κοινωνία, όπως είναι το πανεπιστήμιο, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησής του να μην έχουν καμία εξάρτηση από αυτόν, ώστε όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το όργανο αυτό να είναι αποκλειστικά για το συμφέρον του ιδρύματος και της κοινωνίας, ανεπηρέαστες από τα συμφέροντα των μελών του.

Δεύτερον, ούτε οι καθηγητές αλλά ούτε και οι φοιτητές ενός πανεπιστημίου, που εκλέγονται από τις πανεπιστημιακές κοινότητές τους, εκπροσωπούν την κοινωνία για να συμμετέχουν στο Συμβούλιο Διοίκησης, στο οποίο η Πολιτεία έχει εκχωρήσει τις αρμοδιότητές της. Ακόμα κι αν αγνοήσουμε, για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι καθηγητές έχουν εξαρτημένη σχέση με το ίδρυμα, θα έπρεπε η Πολιτεία να τους επιλέγει για να την εκπροσωπήσουν. Οι καθηγητές και το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό ενός ΑΕΙ, στο οποίο έχει ανατεθεί από την Πολιτεία η δραστηριότητα της παραγωγής και μετάδοσης γνώσης, του προϊόντος που παράγεται στο σύστημα που λέγεται πανεπιστήμιο, σύμφωνα με τη σύγχρονη διοικητική ορολογία είναι το «άμεσο εργατικό» δυναμικό του. Οι φοιτητές που παρακολουθούν τα προγράμματα του πανεπιστημίου για να αποκτήσουν τη γνώση, σύμφωνα πάλι με σύγχρονες έννοιες της διοικητικής επιστήμης, είναι οι «καταναλωτές» του προϊόντος του, δηλαδή της γνώσης, και πρέπει να επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του πανεπιστημίου μόνο μέσω του δικαιώματος επιλογής των προγραμμάτων του και της αξιολόγησης του διδακτικού έργου των διδασκόντων και όχι με τη συμμετοχή τους στα όργανα διοίκησής του. Αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία ότι μόνο στην Ελλάδα, απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, οι φοιτητές, συμμετέχοντας στη σύγκλητο και στη γενική συνέλευση του τμήματος, έχουν ουσιαστική συμμετοχή στα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου!

Το τρίτο σημείο καταστρατήγησης είναι ότι ο πρόεδρος, ο αναπληρωτής πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη εκλέγονται από τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης. Με απλά λόγια, τα μισά μέλη εκλέγουν τα άλλα μισά. Και διερωτάται κανείς: Ποιον θα εκπροσωπούν ο πρόεδρος, ο αναπληρωτής πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη; Την Πολιτεία, τους εκλέκτορές τους ή τους εκλέκτορες των εκλεκτόρων τους;

Το τέταρτο σημείο έχει σχέση με τον χρόνο θητείας των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης. Το προσχέδιο νόμου αναφέρεται σε τετραετή θητεία με δυνατότητα ανανέωσης μία φορά. Η εμπειρία από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, είτε κρατικά είτε ιδιωτικά, είναι διαφορετική. Η θητεία είναι πολύχρονη, πάνω από οκτώ χρόνια, και κάθε χρόνο αντικαθίσταται ένα ή δύο μέλη. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η απόκτηση της απαιτούμενης εμπειρίας και η συνέχεια για την ομαλή και δημιουργική λειτουργία του πανεπιστημίου. Περισσότερο όμως απ’ όλα, εξασφαλίζεται η ελαχιστοποίηση της επιρροής των πολιτικών!

Υπάρχει η άποψη ότι το εμπόδιο του Συντάγματος, μέχρι να αναθεωρηθεί το άρθρο 16, μπορεί να ξεπεραστεί προσωρινά με διαφορετικό τρόπο, χωρίς να καταστρατηγείται ο θεσμός του Συμβουλίου Διοίκησης. Για παράδειγμα, η Πολιτεία μπορεί να εισαγάγει μια διαδικασία επιλογής, από τη Βουλή, προσωπικοτήτων με κοινωνική καταξίωση και σχετικές εμπειρίες και μη ενεργή πολιτική συμμετοχή. Από την κατάσταση που θα προκύψει, θα μπορούν τα ΑΕΙ, με αποφάσεις των συγκλήτων τους, να εκλέγουν και τα δεκατρία εξωτερικά μέλη για τουλάχιστον οκταετή θητεία. Το συμβούλιο θα συμπληρώνεται με έναν καθηγητή και έναν φοιτητή, που θα εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών και των φοιτητών αντίστοιχα. Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής πρόεδρος θα εκλέγονται απ’ όλα τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης με απλή πλειοψηφία. Κατά την πρώτη εφαρμογή, η θητεία των μελών θα είναι διαφορετική, για να μπορέσει να ξεκινήσει η αλληλουχία αντικατάστασης, για την ελαχιστοποίηση της επιρροής των πολιτικών κομμάτων, με την εκλογή κάθε χρόνο ενός ή δύο εξωτερικών μελών.

Με τη διαδικασία αυτή, κατά τη γνώμη μου, δεν εξασφαλίζεται μόνο η εκπροσώπηση της Πολιτείας χωρίς να παραβιάζεται το πνεύμα του Συντάγματος για πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, αλλά, πάνω απ’ όλα, η σωστή μεταφορά μιας καλής πρακτικής. Μιας πρακτικής που βοήθησε καθοριστικά νέα πανεπιστήμια ή πανεπιστήμια χωρών χωρίς μεγάλη ακαδημαϊκή παράδοση να κοσμούν σήμερα τις λίστες των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου και να συνεισφέρουν στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία των χωρών τους.

* Ο κ. Τάκης Αθανασόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, αντιπρόεδρος ΙΟΒΕ.