ΑΠΟΨΕΙΣ

Ως πότε θα κοροϊδεύουμε;

Για κάποιους -όπως οι πονηροί πολιτευτές που υπηρετούν το μεγάλο κράτος- είναι μια τεχνική συσκότισης του προβλήματος, που μάλιστα την έχουν αναγάγει σε τέχνη. Για άλλους -όπως ο πρωθυπουργός μας, πολύ φοβάμαι- είναι απλώς μια προσωπική αδυναμία. Εννοώ την αδυναμία να διακρίνει κανείς τις λεπτομέρειες που έχουν σημασία, από τις άλλες που απλώς εμποδίζουν την κατανόηση της κεντρικής ιδέας του θέματος. Γι’ αυτό, πολλές φορές είναι χρήσιμη η καθαρότητα της ματιάς των ξένων. Συχνά, με την αναζωογονητική φρεσκάδα της, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα την οποία έχει για τον λαβύρινθο ο περιπατητής που έχει χαθεί μέσα του και στην άλλη εικόνα, εκείνη που έχει ο παρατηρητής που κοιτάζει τον λαθύρινθο από ψηλά και κατανοεί το σχέδιο του.

Μια τέτοια χρήσιμη ματιά ήταν εκείνη του Αμερικανού εκδότη Στιβ Φορμπς, με τις εντυπώσεις από τη συμμετοχή του σε πρόσφατο συνέδριο για την ανοικοδόμηση της Ελλάδος. Γράφει ο Φορμπς στο άρθρο του, που αναδημοσίευσε η «Καθημερινή» την περασμένη Πέμπτη: «Παρότι το συνέδριο συγκέντρωσε στελέχη επιχειρήσεων και πιστωτικών οργανισμών ελληνικής καταγωγής από όλο τον κόσμο, η κυβέρνηση επέλεξε να τους αγνοήσει πλήρως. Η παρουσία του Πολωνού υφυπουργού Οικονομίας Κρίστοφ Βάλεντσακ, αρμόδιου για την επιτυχή αποκρατικοποίηση 500 επιχειρήσεων, η εμπειρία του οποίου θα ήταν ανεκτίμητη για την Αθήνα, δεν προσέλκυσε ούτε έναν Ελληνα κυβερνητικό παράγοντα. Ο Βάλεντσακ με ρώτησε: «Γιατί δεν υπάρχει ούτε ένα κυβερνητικό στέλεχος;. Αυτός είναι ο λόγος που η Ελλάδα καταρρέει». Πες τα Χρυσόστομε!

Αλήθεια, γιατί αδιαφόρησαν οι Ελληνες υπουργοί; Κατ’ αρχάς, για λόγους «ηθικής τάξεως»! Ως γνωστόν, οι δικοί μας «υπουργάρες» δεν καταδέχονται να έχουν επαφές με ξένους αξιωματούχους, εφόσον δεν είναι τουλάχιστον ομόλογοί τους. Πόσω μάλλον δε όταν οι Ελληνες υπουργοί προέρχονται από το κόμμα που στήριζε ανοιχτά τη δικτατορία του Γιαρουζέλσκι. Θυμηθείτε, φέρ’ ειπείν, την υπουργική οργή, κατά τις πρώτες ημέρες εφαρμογής του Μνημονίου, για τις απαιτήσεις (δηλαδή, για τον επαγγελματισμό) των «κατώτερων υπαλλήλων που ψωνίζουν από στοκατζίδικα», όπως περιέγραψε τότε επιτιμητικά τους εκπροσώπους της τρόικας ένας προσβεβλημένος «υπουργάρας».

Ενας άλλος λόγος είναι ότι, δυστυχώς, οι Ελληνες πολιτικοί -και μάλιστα οι υπουργοί- σπανίως ακούνε και ακόμη σπανιότερα διαβάζουν. Βλέπετε, έχουν σημαντικότερα πράγματα να κάνουν, όπως να στέλνουν sms στους δημοσιογράφους, να φροντίζουν την εκλογική πελατεία τους και, κυρίως, όταν ανήκουν στην κατηγορία των «καλλιτεχνών», να κάνουν το νούμερό τους στο τσίρκο των τηλεοπτικών παραθύρων.

Πρωτίστως όμως, αγνόησαν τον Πολωνό υφυπουργό, διότι δεν θέλουν τις αποκρατικοποιήσεις. Γιατί να αυταπατώμεθα, όταν η κυβέρνηση έχει μιλήσει για κατάργηση οργανισμών από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε και είκοσι μήνες αργότερα δεν έχει κάνει τίποτε; Ειλικρινά, θα ήθελα να ελπίζω ότι η αδράνεια μηνών ήταν περιστασιακή, ότι μετά την αγωνία της πέμπτης δόσης ξύπνησαν, ότι τώρα θα κάνουν «κάθε μέρα τη δουλειά μιας εβδομάδας», όπως το έθεσε προσφυώς ο πρωθυπουργός.

Θα το ήθελα πολύ, αλλά δεν μου το επιτρέπει η πραγματικότητα. Στις 8 του μηνός, π.χ., δημοσιεύθηκε στον Τύπο η λίστα των 135 οργανισμών που πρόκειται να καταργηθούν. Στην πρώτη φουρνιά καταργήσεων με 85 οργανισμούς, περιλαμβάνεται και κάποιο «Ινστιτούτο Νεολαίας», που ιδρύθηκε το 2005. Ελα όμως που μόλις τρεις ημέρες προηγουμένως είχε δημοσιευθεί προκήρυξη για την πρόσληψη 150 αποφοίτων Λυκείου, ΤΕΙ και ΑΕΙ στο περί ου ο λόγος Ινστιτούτο! Βέβαια, το Ινστιτούτο εξέδωσε ανακοίνωση σχετικώς, όπου, εν ολίγοις, η διοίκησή του μας λέει ότι οι ίδιοι δεν ευθύνονται (βρήκαν τον οργανισμό, κάτι έπρεπε να κάνουν…) και ακόμη ότι οι προσλήψεις γίνονται με ευρωπαϊκά κονδύλια. Για να μην πολυλογούμε δηλαδή, πρόκειται για μια παραλλαγή των αλήστου μνήμης stages, αλλά με πράσινο μανδύα.

Φοβάμαι ότι κοροϊδεύουμε κανονικότατα όσους μας προσφέρουν την ευκαιρία να σωθούμε. Ισως εν μέρει από υστεροβουλία κάποιων πολιτικάντηδων, που βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι οι ίδιοι θα διασωθούν από την κατάρρευση, εν μέρει και από την παραλυσία που προκαλεί το έργο της ανασυγκρότησης σε ανθρώπους που έμαθαν να πολιτεύονται ξοδεύοντας. Πάντως, κοροϊδεύουμε. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη θα μας ανέχονται οι άλλοι. Δεν τρέφω την αυταπάτη ότι ακόμη δεν μας έχουν πάρει χαμπάρι, αλλά δεν θέλω να φαντάζομαι τι θα γίνει, όταν οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα έχουν ολοκληρώσει την προετοιμασία τους για την ελληνική χρεοκοπία…

Το βαρύ καθήκον του Παντελή

Αν απεχθάνομαι τα πομπώδη δημοσιογραφικά στερεότυπα, είναι επειδή η σημασία τους φθείρεται τόσο γρήγορα από την κατάχρηση, ώστε, όταν φθάνει επιτέλους η κατάλληλη στιγμή για να τα χρησιμοποιήσεις, δεν σημαίνουν πια τίποτε. Λόγου χάριν, με ποιους όρους να σας περιγράψω εγώ τώρα τις μεγάλες ώρες στην πολιτική ιστορία του τόπου, όταν την περασμένη Πέμπτη, δύο από τις μεγαλύτερες μορφές του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού, ο Γεώργιος Ανατολάκης του ΛΑΟΣ και ο αναπληρωτής υπουργός Παντελής Οικονόμου, «διασταύρωσαν τα ξίφη τους», κατά το λεγόμενο;

Θα περιοριστώ, ως εκ τούτου, στη μεταφορά κάποιων αποφθεγματικών ρήσεων που εκστόμισαν οι δύο ρήτορες, προς χρήσιν όσων διανθίζουν τον λόγο τους με τσιτάτα.

Εκθέτοντας λοιπόν τους φόβους του, για το ενδεχόμενο αγοράς ελληνικών νησίδων από τον προαιώνιο εχθρό του Γένους, ο Γ. Ανατολάκης είπε: «Οι Τούρκοι απ’ ό,τι φαίνεται δεν θα μας πολεμήσουν με όπλα. Θα μας πολεμήσουν με το χρήμα. Και ξέρετε τι σημαίνει αυτό!». Μα, φυσικά, ο Παντελής ήξερε! Δεν υπάρχει κάτι που δεν το ξέρει ο Παντελής. (Εξ ου και -βάσει γλωσσολογικής μελέτης, την οποία έχω υπ’ όψιν- η φράση «Θεέ μου!», που εκφράζει έκπληξη, θαυμασμό κ.α. τείνει πλέον να υποκατασταθεί στην καθομιλουμένη από τη φράση «Παντελή μου!») Γι’ αυτό, του απάντησε ως εξής: «Το βαρύ καθήκον το οποίο έχω εγώ είναι να βρω τόσα λεφτά, ώστε να μη χρειαστεί να πουλήσουμε τίποτα, ούτε κινητό ούτε ακίνητο». Αξιέπαινη η πρόθεση του Παντελή – αν και αντίθετη προς την επίσημη κυβερνητική πολιτική. Το λέω, διότι τα ωραιότερα ναυάγια (που υπό ορισμένες συνθήκες είναι και τουριστικά αξιοποιήσιμα) είναι αυτά που διατηρούνται στον βυθό ακέραια: με τις ΔΕΚΟ τους, με τους άχρηστους κρατικούς οργανισμούς τους και όλα τα καλά τους…

Εθεάθη

Την περασμένη Παρασκευή, ανήμερα του μεγαλομάρτυρος Προκοπίου να βγαίνει από το ζαχαροπλαστείο του Κωνσταντινίδη, στη Μεσογείων, φορτωμένος με γλυκά για τη γιορτή του. Για την ακρίβεια, ο Προκόπης Παυλόπουλος δεν κρατούσε τίποτε, καθώς διέσχιζε τον δρόμο, κατευθυνόμενος στη Μερσεντές που τον περίμενε απέναντι. Τα γλυκά μετέφερε ο οδηγός του, που ακολουθούσε. Ο ίδιος είχε το κεφάλι χωμένο στους ώμους και το βλέμμα καρφωμένο στο οδόστρωμα, «λες και φοβόταν μην τυχόν τον αναγνωρίσουν», όπως είπε η φίλη που είχε την τύχη να τον δει. Λάθος! Δεν ήταν φόβος, αλλά σεμνότητα και αιδημοσύνη. Είναι πασίγνωστο πια ότι ο Πάκης, μολονότι μια περίοδο της ζωής του παθιάστηκε με το χόμπι της συλλογής υπουργικών χαρτοφυλακίων (όπως κάποιοι άλλοι με το Playstation…), στο βάθος παρέμεινε πάντα ένα απλό, ντροπαλό παιδί από την Καλαμάτα…