ΑΠΟΨΕΙΣ

Γραμματα Αναγνωστων

Για τα φάρμακα

Ι

Κύριε Διευθυντά

Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται από την εφημερίδα σας μια άνευ προηγουμένου επίθεση εναντίον των φαρμακείων, η οποία μάλιστα στοχεύει στην ανάδειξη του «υπερβολικού κέρδους των φαρμακοποιών», καθώς και στη «συμμετοχή» τους στην αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης.

Επειδή λοιπόν η επαναλαμβανόμενη ανά τακτά χρονικά διαστήματα επίθεση δεν μπορεί πλέον να μείνει αναπάντητη, καθώς ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για καλόπιστη κριτική αλλά για οργανωμένη κατασυκοφάντηση, αναγκάζομαι να απαντήσω με επιχειρήματα και όχι με αοριστολογίες. Το ποσοστό κέρδους δεν έχει καμία σχέση με τη χονδρική τιμή ενός προϊόντος, αφού εάν δεν πωληθεί, δεν υπάρχει κέρδος. Κέρδος υπάρχει μόνο κατά την πώληση και ποτέ κατά την αγορά. Συνεπώς, το 35% που αναφέρεται σκοπίμως και συνεχώς από αρθρογράφους σας ως υπερβολικό κέρδος των φαρμακοποιών είναι απλώς ο συντελεστής ο οποίος, πολλαπλασιαζόμενος επί της χονδρικής, μας δίνει τη λιανική. Αλλωστε, για το φάρμακο, που είναι διατιμημένο προϊόν σε όλο τον κόσμο, ορίζεται από το αρμόδιο υπουργείο η χονδρική τιμή του, από την οποία προκύπτει η λιανική με τον τρόπο που προαναφέραμε.

Ας μας απαντήσουν, λοιπόν, οι ειδήμονες της εφημερίδας σας, που επιμένουν ότι το ποσοστό κέρδους των φαρμακοποιών είναι 35%, πόσο μεικτό κέρδος έχει για τον φαρμακοποιό ένα φάρμακο που πωλείται από το φαρμακείο π.χ. 100 ευρώ. Ασφαλώς όχι 35 ευρώ (100 x 35% = 35), γιατί το φάρμακο δεν αγοράστηκε 65 (100 – 35 = 65). Το φάρμακο αγοράστηκε 74,07. Αφαιρώντας, μάλιστα, από τη λιανική τιμή και τoν ΦΠΑ, το μεικτό κέρδος δεν υπερβαίνει το 21%, που αποτελεί και τον μέσο ορο της Ε.Ε. και αυτό μόνο για τα χαμηλού κόστους φάρμακα. Γιατί για τα υψηλού κόστους φάρμακα (πράγμα που το ξέρουν, αλλά το αποσιωπούν) ο συντελεστής που πολλαπλασιάζεται η χονδρική τιμή για να προκύψει η λιανική δεν είναι 35%, αλλά 18%!!! Συνεπώς, κέρδος μεικτό για τον φαρμακοποιό 10,5%!

Παραβλέπουν ηθελημένα τις τεράστιες καθυστερήσεις των πληρωμών μας από τα ασφαλιστικά ταμεία, τη μη ύπαρξη υπερωριακής αμοιβής που σε αρκετές χώρες της Ε.Ε. υπάρχει κατά τις διανυκτερεύσεις και διημερεύσεις, τις δωρεάν παροχές υπηρεσιών που προσφέρουν στη χώρα μας τα φαρμακεία εν αντιθέσει με την Ε.Ε. κ.λπ. Για όλα αυτά ούτε καν απλή αναφορά. Ολα αυτά δεν αποτελούν κόστος για τα φαρμακεία; Αλλά το σπουδαιότερο και επιμελώς αποσιωπούμενο είναι το εξής: το ποσοστό κέρδους του φαρμακοποιού ήταν μέχρι πρότινος σταθερό, μειούμενο τον τελευταίο καιρό με τα φάρμακα υψηλού κόστους και τις εκπτώσεις των φαρμακείων προς τα ασφαλιστικά ταμεία (και αυτό το «ξέχασαν»;). Πώς λοιπόν συμμετέχει στην αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης κάτι που δεν αυξάνεται αλλά μειώνεται;

Κι επειδή πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη φαρμακευτική δαπάνη, ας μάθουν το εξής: η φαρμακευτική δαπάνη μέσω φαρμακείων αποτελεί το 8% του συνόλου των δαπανών Υγείας και η αύξησή της δεν είναι πάντα κατακριτέα. Πολλά νέα φάρμακα αποτελούν το μάννα εξ ουρανού για πολύ κόσμο και αυτά κάθε άλλο παρά φθηνά είναι. Ξεχνούν τα εμβόλια κατά του καρκίνου της μήτρας, τα νέα φάρμακα για τις καρδιοπάθειες, για την κατάθλιψη και για τόσες άλλες ασθένειες που ταλαιπωρούσαν τον κόσμο; Ενα παράδειγμα είναι τα αντιελκοτικά φάρμακα που κατήργησαν ουσιαστικά τις εγχειρήσεις του έλκους στομάχου, οι οποίες πριν από λίγο καιρό αποτελούσαν οδυνηρή περιπέτεια για τους ασθενείς και εξαιρετικά δαπανηρή για τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτή η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν έφερε ταυτόχρονη μείωση της νοσοκομειακής;

Κωνσταντινος Λουραντος – Πρόεδρος Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής

ΙΙ

Κύριε Διευθυντά

Εάν εγείρεται ζήτημα από τη διαφοροποίηση του ποσοστού κέρδους του ελληνικού φαρμακείου από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο* κατά 1% – 2%, είναι προφανές ότι η μείωση του ποσοστού κέρδους κατά 4% μέσω της επιστροφής πόρων στα ασφαλιστικά ταμεία με τη διαδικασία του rebate (Ν. 3918/2011) αποτελεί ισοδύναμο μέτρο όταν το κράτος εισπράξει τους πόρους αυτούς (βλέπε και 4η αναθεώρηση Μνημονίου, σελ. 34). Στοιχείο που ο κ. Μάνος παριστάνει ότι δεν διάβασε. Η διαστρέβλωση, μάλιστα, εκ μέρους του της σελίδας 36, όπου η λύση της μείωσης παρατίθεται αν δεν επιτύχει το κράτος να εισπράξει το rebate και ο ίδιος την παρουσιάζει ως άμεση προτροπή, είναι απαράδεκτη.

Είναι σχεδόν αστείο να υπονοεί ο κ. Μάνος ότι τα μέτρα επί των τιμών των φαρμάκων επηρεάζουν μόνο τους βιομηχάνους και τους χονδρεμπόρους και αφήνουν ανεπηρέαστους τους φαρμακοποιούς, όταν κάθε μείωση τιμών επηρεάζει και το εισόδημα του φαρμακοποιού (συνολική μείωση κατά 40% σε σχέση με το 2009!) και απαξιώνει και την αξία του αποθέματος φαρμάκων που διατηρεί το κάθε φαρμακείο. Ο ελάχιστος χρόνος διάθεσης των αποθεμάτων που σε κάθε περίπτωση (δεν!) διατίθεται οδηγεί σε άμεση απώλεια χρημάτων από κάθε φαρμακείο (από πέρυσι κατά μέσο όρο 30.000 ευρώ βλ. Δ.Τ. Μάιος 2010 – Ιούνιος 2011) χωρίς να υπάρχει καμία αποζημίωση από εφαρμογή διοικητικής πράξης που οδηγεί σε πώληση με ζημία. Είναι αχαρακτήριστη η άποψη του κ. Μάνου ότι η μείωση του χονδρεμπορικού κέρδους δεν αποτελεί επιβάρυνση των φαρμακοποιών όταν λόγω της απαγόρευσης κάθε έκπτωσης (παρ. 2 Α.Δ. 7/05/2011) από τους εμπόρους, οι φαρμακοποιοί υφίστανται όλο το βάρος της εφαρμογής του μέτρου.

Είναι αχαρακτήριστη η προσπάθεια του κ. Μάνου να παρουσιάσει μια εικονική πραγματικότητα αναζητώντας φάρμακα στο δελτίο τιμών τα οποία αφορούν ελάχιστα κομμάτια που διακινούνται σπανίως (ή είναι νοσοκομειακα!) από τα ελληνικά φαρμακεία, όταν όλα τα φάρμακα υψηλού κόστους με άξιο λόγου όγκο πωλήσεων έχουν ενταχθεί σε καθεστώς μειωμένου ποσοστού (Ν. 3816/2010) στοιχείο που εκπληρώνει την απαίτησή του για κλιμάκωση του ποσοστού κέρδους και που επίσης παριστάνει πως δεν το διάβασε.

Τέλος, είναι αχαρακτήριστη η συνεχής διακίνηση του παραμυθιού περί εξοικονόμησης 1,5 δισ. ευρώ τον χρόνο μέσω μείωσης του ποσοστού κέρδους του φαρμακείου, όταν ακόμα κι αν εξαφανίσουμε από προσώπου γης το ελληνικό φαρμακείο (αλήθεια, πώς θα φτάνει το φάρμακο στον ασθενή σε αυτήν την περίπτωση;) αυτός ο στόχος δεν επιτυγχάνεται, καθώς όλη η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη για το 2011 προσδιορίζεται στο ποσό των 3,1 δισ. ευρώ (βλ. έκθεση Επιτροπής Σοφών για την Υγεία, σελ. 51) και στο ελληνικό φαρμακείο δεν αναλογεί ούτε το 1/5 τελικά από αυτό το ποσό!

Λυπάμαι βαθύτατα, αλλά ο αναγκαίος εκσυγχρονισμός στην πολιτική του φαρμάκου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την (ανεξήγητη;) εμμονή του κ. Μάνου να δημοσιεύει αποσπασματικά στοιχεία που δεν αφορούν ούτε καν το χιλιοστό της φαρμακευτικής δαπάνης. Πολύ δε περισσότερο, συνεπικουρούμενος από συνεργάτη της εφημερίδας σας που παριστάνει πως η στάθμιση του όγκου πωλήσεων στη δαπάνη αποτελεί «λάκκο στα φάρμακα» ώστε να αποκρύψει ότι το σουηδικό φαρμακείο, λόγω του σουηδικού συστήματος τιμολόγησης, λειτουργεί με μεσοσταθμικό ποσοστό στη λιανική τιμή 22% (βλέπε σελ. 52 – Differences in costs and access in Pharmaceutical Prodacts in EU – European Parliament 2011).

 Γιωργος Κουτεπας – Φαρμακοποιός

Ο κ. Λοβέρδος και οι φαρμακοποιοί

Κύριε Διευθυντά,

Με τρίτη επιστολή, που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» της 12.07.2011, ο υπουργός κ. Λοβέρδος συνέχισε τον διάλογό του με εμένα για τα περιθώρια κέρδους των φαρμακοποιών. Θυμίζω ότι ο διάλογος άρχισε («Κ», 5.7.11) με τη διαπίστωσή μου ότι στο νέο Δελτίο Τιμών για τα Φάρμακα που εξέδωσε ο κ. Λοβέρδος εντόπισα τετρακόσια (400) φάρμακα με χονδρική τιμή μεγαλύτερη από 250 ευρώ, για τα οποία ο κ. Λοβέρδος διατηρεί ανέγγιχτο το παράλογο περιθώριο κέρδους 35% του φαρμακοποιού. Ετσι, για το φθηνότερο φάρμακο του καταλόγου των 400 ο φαρμακοποιός κερδίζει 87,57 ευρώ και για το ακριβότερο 3.926,01 ευρώ.

Το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε προχθές τα στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, από τα οποία προκύπτει ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011 οι πρωτογενείς δαπάνες έφθασαν στο ποσό των 25.616 εκατομμυρίων ευρώ. Το πρώτο εξάμηνο του 2011, παρά τις εξαγγελθείσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, παρά τις διαβεβαιώσεις περί τήρησης της σχέσης 1 προς 5, παρά τις εξαγγελθείσες εξυγιάνσεις κ.λπ., ξοδεύτηκαν 1.110 εκατομμύρια ευρώ περισσότερα από το πρώτο εξάμηνο του 2010. Σε αυτό το δημοσιονομικό περιβάλλον συνεχίζεται ο διάλογος για τα περιθώρια κέρδους των φαρμακοποιών, που καλύπτονται από τα Ταμεία, που με τη σειρά τους καλύπτονται με επιχορηγήσεις του προϋπολογισμού.

Μεταξύ της δεύτερης («Κ» 8.7.11) και της τρίτης επιστολής του κ. Λοβέρδου διαπιστώνω πρόοδο. Στη δεύτερη, ο κ. Λοβέρδος υποστηρίζει ότι τα φαρμακεία στη Σουηδία είναι μια κρατική αλυσίδα και άρα τα περιθώρια κέρδους που ισχύουν εκεί δεν είναι συγκρίσιμα με τα ελληνικά, ενώ στην τρίτη («Κ», 12.7.11) σημειώνει ότι τα σουηδικά φαρμακεία ιδιωτικοποιήθηκαν και πουλήθηκαν σε εταιρείες φαρμακείων. Να, λοιπόν, ένα πρώτο κέρδος από τον διάλογο: ο υπουργός πληροφορήθηκε ποια είναι η πραγματικότητα.

Η τρίτη επιστολή του κ. Λοβέρδου είναι κατά τούτο ακόμη χρήσιμη: αναδεικνύει το πραγματικό δίλημμα του υπουργού και τους λόγους της δικής μου διαφωνίας. Γράφει ο κ. Λοβέρδος ότι στη Σουηδία υπάρχουν λίγα φαρμακεία και στην Ελλάδα πολλά και έχει δίκιο. Τα περιθώρια κέρδους πρέπει, συνεπώς, κατά τον κ. Λοβέρδο, να είναι μεγάλα για να μπορούν να ζήσουν τα δεκαπλάσια ανά κάτοικο ελληνικά φαρμακεία. Θα σημειώσω εγώ ότι υπάρχουν δεκαπλάσια φαρμακεία επειδή ακριβώς τα καθοριζόμενα από το κράτος περιθώρια είναι πολύ ελκυστικά. Με την εφαρμογή των σουηδικών περιθωρίων κέρδους πολλά φαρμακεία θα έκλειναν και ταυτόχρονα θα μειωνόταν δραστικά η επιβάρυνση του προϋπολογισμού για φάρμακα.

Τα πολλά μικρά φαρμακεία είναι και αυτά ένα τμήμα της ελληνικής περιορισμένης ανταγωνιστικότητας. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας οδηγούν, πιστεύω, την Ελλάδα στη χρεοκοπία.

Παρά τις συνεχείς υπεκφυγές του κ. Λοβέρδου, καταλήξαμε, πιστεύω, στο τέλος της χρησιμότητας αυτού του διαλόγου. Υποστηρίζω ότι πρέπει να επιδιώξουμε με κάθε τρόπο και κάθε θυσία την αποτροπή της χρεοκοπίας. Διότι ομολογώ ότι τρέμω τις συνέπειές της. Η προσπάθεια μοιραίως θα θίξει κατεστημένους τρόπους ζωής. Ο κ. Λοβέρδος, ενώ και αυτός είμαι βέβαιος επιθυμεί να αποφύγουμε τη χρεοκοπία, προφανώς πιστεύει ότι μπορεί να ακολουθήσει μια πιο συντηρητική διαδρομή που δεν θα θίξει -στην περίπτωση αυτή- τους φαρμακοποιούς. Το μέλλον θα δείξει ποιος έχει δίκιο.

Στεφανος Μανος