ΑΠΟΨΕΙΣ

Το παράλληλο ελληνικό σύμπαν

«Πού ήταν τόσο καιρό οι «Αγανακτισμένοι»;» διερωτήθηκε εσχάτως σε συνέντευξή του ο πρώην υπουργός οικονομικών κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου, με το γνωστό ύφος των χιλίων καρδιναλίων, με το οποίο μας έχει συνηθίσει (εμάς εδώ, στο εσωτερικό, διότι εκεί έξω, στις συσκέψεις της Ευρωζώνης, έδειχνε πάντα ταπεινός και ταπεινωμένος).

Εύλογη η απορία του, πάντως. Πού ήταν τόσα χρόνια οι χιλιάδες λαού να διαδηλώσουν και να διαμαρτυρηθούν για τις αλόγιστες σπατάλες όλων των κυβερνήσεων (κυρίως του ΠΑΣΟΚ βέβαια, διότι είχε την εξουσία περισσότερα χρόνια, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία κυβέρνηση της Ν. Δ. παραλίγο να σπάσει κάθε ρεκόρ καταστροφής και αυτοκαταστροφής); Πού ήταν να διαδηλώσουν για τη διαφθορά, για την ευνοιοκρατία, για τις πελατειακές σχέσεις, τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, το πολιτικό κόστος (στον βωμό του οποίου θυσιαζόταν η παραμικρή υποψία μεταρρύθμισης); Πού ήταν όλοι αυτοί οι αγανακτισμένοι, με ή χωρίς εισαγωγικά, όταν σχεδόν όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις ανταγωνίζονταν στο ποια θα αλώσει πρώτη τους τελευταίους δημοκρατικούς θεσμούς που έχουν απομείνει όρθιοι; Τι έκαναν τόσο καιρό όταν οι μίζες στους εξοπλισμούς έδιναν κι έπαιρναν, όταν η Ολυμπιακή Αεροπορία γινόταν μια τεράστια δεξαμενή προσλήψεων και «βολεμάτων», με αποτέλεσμα να την οδηγήσουν στην καταστροφή; Πού ήταν οι αγανακτισμένοι όταν καιγόταν η μισή χώρα και μαζί με αυτήν εβδομήντα πέντε συνάνθρωποί μας; Διότι μια Κυριακή συγκεντρώθηκαν κάποιοι στο Σύνταγμα και αυτό ήταν όλο. Πού ήταν, τέλος, όταν το κράτος απλώς αδρανούσε τόσες δεκαετίες ή άφηνε τα επιτεύγματα των Ολυμπιακών Αγώνων να σαπίζουν;

Η απάντηση είναι μάλλον απλή: ήταν εκεί όπου ήταν και σχεδόν όλα τα μέλη της πολιτικής, κομματικής και της εκάστοτε κυβερνητικής ελίτ: σε ένα παράλληλο σύμπαν, βυθισμένο στην αυτοαναφορικότητα και την κοντόθωρη μέριμνα. Είναι όντως πολύ πιθανό: πολλοί από όσους φώναξαν στην πλατεία Συντάγματος τους τελευταίους δύο μήνες, απαιτώντας να καεί η Βουλή, πρέπει να ήταν ανάμεσα σε εκείνους που έκαναν πραγματικότητα το όνειρο της ζωής τους να βολευτούν σε έναν ακόμα περιττό, επιζήμιο δημόσιο οργανισμό, χάρη στις κομματικές τους διασυνδέσεις. Μπορεί να ήταν και κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι, από εκείνους που έκαναν το αυτονόητο, να προσέρχονται δηλαδή στην ώρα τους στην υπηρεσία και να λαμβάνουν το περίφημο επίδομα έγκαιρης προσέλευσης. Ενδεχομένως πολλοί ή έστω κάποιοι από όσους μούντζωναν τη Βουλή όλο αυτό το διάστημα να θέλουν απλώς την παλαιά τάξη πραγμάτων πίσω και τίποτα περισσότερο. Κι ας φωνάζουν ότι κόπτονται για κοινωνική δικαιοσύνη και διαφάνεια.

Ωστόσο, ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν δικαιούται να επιπλήττει αυτόν τον λαό επειδή παρέμενε παθητικός και απαθής, όταν όλο αυτόν τον καιρό εκλεγμένοι βουλευτές και διορισμένοι υπουργοί άφηναν πίσω τους καμένη γη, βολεύοντας πρώτα και κύρια τον εαυτό τους. Δεν δικαιούται να ομιλεί, διότι ως υπουργός των Οικονομικών απέτυχε – και απέτυχε κατά δική του ομολογία: η περίφημη, δήλωσή του στις 10 Μαΐου του 2010: «Αν χρειαστούν νέα μέτρα, τότε θα έχω αποτύχει…».

Δεν είναι ντροπή να αποτυγχάνει κανείς, ειδικά όταν απαιτείται μια τέτοια υπερπροσπάθεια σαν και αυτή που όντως κατέβαλε ο κ. Παπακωνσταντίνου, γινόμενος συχνά σάκος του μποξ ακόμα και για τους υπουργούς και τους βουλευτές του κόμματός του. Δεν είναι ντροπή αυτό. Μόνον οι νεκροί δεν διαπράττουν σφάλματα. Ντροπή είναι να συνεχίζει κανείς από τη θέση του και να σφυρίζει αδιάφορα μέχρι να τον «παραιτήσουν» και να τον υποβαθμίσουν. Ντροπή είναι που δεν είπε ποτέ την αλήθεια σε όλο αυτό τον κόσμο που μέμφεται τώρα με τόση ευκολία. Ντροπή είναι να αγνοεί κανείς την έννοια της αυτοκριτικής, αλλά να ασκεί κριτική σε όλους εκείνους που φορολογεί εξαντλητικά – και όχι μόνο τους πρώην βολεμένους, αλλά τον απλό ιδιωτικό υπάλληλο που υφίσταται μειώσεις στον μισθό ή κινδυνεύει με απόλυση, τον στερημένο συνταξιούχο. Τέλος, είναι ντροπή να έχει κανείς ύφος χωρίς περιεχόμενο, ουσία. Τουλάχιστον να μην έχει ύφος.