ΑΠΟΨΕΙΣ

Πλουσιόπαιδα και λιγούρηδες

Στο απόγειο των κινητοποιήσεων των «Αγανακτισμένων», ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε προτείνει τη μείωση των βουλευτών από 300 σε 200, καθώς και την κατάργηση διαφόρων βουλευτικών προνομίων, όπως το επίδομα για τη συμμετοχή στις επιτροπές, το βουλευτικό αυτοκίνητο, η ασυλία κ. ά. Υπό τις συνθήκες εκείνης της χρονικής στιγμής, η πρωτοβουλία του βουλευτή -πέραν του ότι περιοριζόταν στα λόγια- είχε το μειονέκτημα ότι μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια κατευνασμού των «Αγανακτισμένων». Προ ημερών, όμως, έκανε πράξη εκείνο το μέρος της πρότασης που μπορούσε να εφαρμόσει στον εαυτό του: παραιτήθηκε όλων των απολαβών από τη συμμετοχή του σε επιτροπές, επίσης επέστρεψε το αυτοκίνητο που του χορηγεί η Βουλή και παραιτήθηκε από την αξίωση να τον προμηθεύσει η Βουλή με καινούργιο τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Το ίδιο έκανε και μία νέα βουλευτής, η κυρία Χαρά Κεφαλίδου (ΠΑΣΟΚ, Δράμα), η οποία προ μηνών είχε διατυπώσει παρόμοια πρόταση, με άρθρο της σε τούτη την εφημερίδα. Και οι δύο τους εναντιώθηκαν στη συντεχνία τους. (Σημειωτέον: την ισχυρότερη συντεχνία σήμερα σε τούτο τον τόπο…)

Για την μεν κυρία Κεφαλίδου δεν είδα να εκδηλώνονται αντιδράσεις εκ μέρους των συναδέλφων της στο Κοινοβούλιο, ίσως επειδή είναι νέα στη Βουλή και οι παλαιότεροι δεν καταδέχονται να ασχοληθούν μαζί της. Ενδεχομένως ελπίζουν ότι θα την σβήσουν με τη σιωπή τους. Αλλά ο Μητσοτάκης ενόχλησε, επειδή είναι γόνος πολιτικής οικογενείας και πλούσιος. Το επιχείρημα, όμως, που χρησιμοποιείται για να αποδυναμώσει την πρωτοβουλία του είναι αφελές και παραπειστικό. Πράγματι, ο Μητσοτάκης είναι πλούσιος. Ε και λοιπόν; Εκείνοι που θεωρούν ότι η πρωτοβουλία του είναι μειωμένης αξίας επειδή δεν έχει ανάγκη τις απολαβές που αρνείται συνήθως είναι οι ίδιοι που θα υποστηρίξουν ότι είναι κρίμα να μειωθεί η αμοιβή των φτωχότερων βουλευτών, επειδή την έχουν ανάγκη για να ζήσουν την οικογένειά τους αξιοπρεπώς. Εφ’ όσον δεχόμαστε το ένα, δεχόμαστε και το άλλο, με αποτέλεσμα να μην αλλάζει τίποτε και η πλειονότης των βουλευτών να μένει ικανοποιημένη με τα προνόμιά της ως έχουν. Δεν ξέρω αν η κυρία Κεφαλίδου είναι πλούσια (που δεν το νομίζω), πάντως το ζήτημα δεν αφορά το μέγεθος της ευμάρειας, αλλά το μέγεθος της αξιοπρέπειας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να είναι ευγνώμων σε όσους τον επέκριναν, κυρίως για το επίπεδο των επιχειρημάτων τους. «Θέλουμε μέσα στη Βουλή να μπουν μόνο τα πλουσιόπαιδα ή τα παιδιά των μεγάλων οικογενειών, τα οποία έχουν λυμένα όλα τα βιοποριστικά προβλήματά τους και κάνουν πολιτική από χόμπι;», ρώτησε λ. χ. ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Οχι, δεν θέλουμε. Αλλά δεν θέλουμε ούτε Βουλή λιγούρηδων, που ξοδεύουν τα χρήματα των φορολογουμένων για να μένουν στο Four Seasons στο Παρίσι…

Το δικό του «κόσμημα»

Ο Αντώνης Σαμαράς μιλούσε προχθές στην Πολιτική Επιτροπή του κόμματός του για τις μεταρρυθμίσεις και βρισκόταν στο σημείο όπου εξέθετε στην αφρόκρεμα των κομματικών στελεχών την απαισιοδοξία του για το εγχείρημα. Επέλεξε το παράδειγμα των ταξί, όταν διέκρινε στο ακροατήριο τον πρόεδρο των ταξιτζήδων Θύμιο Λυμπερόπουλο, ο οποίος βρισκόταν εκεί με την ιδιότητα του μέλους της Π. Ε.: «Είναι μαζί μας και ο αγαπητός Θύμιος», είπε τότε ο πρόεδρος διακόπτοντας τον ειρμό των λόγων του, με έκδηλη τη διάθεση να κολακεύσει τον ομόλογό του των ταξιτζήδων.

Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η τιμητική αναφορά στο πρόσωπο του Θ. Λυμπερόπουλου από πλευράς του ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν ήταν κάτι περισσότερο από μια φιλοφρόνηση – μια «χαριτωμενιά», αν προτιμάτε, ενός λαϊκιστή πολιτικού που επιδιώκει να γίνεται αρεστός σε όλους. Νομίζω όμως ότι ήταν κάτι βαθύτερο, διότι το ύφος που επιλέγει κανείς για να απευθυνθεί στον κόσμο δεν είναι ποτέ αθώο. Η χειρονομία του Αντ. Σαμαρά δείχνει, κατ’ αρχάς, ότι, αφ’ ότου επικράτησε πλήρως στην πολιτική ζωή ο λαϊκισμός, ελάχιστη είναι πλέον η διαφορά, στις μέρες μας, ανάμεσα στον πρόεδρο των ιδιοκτητών ταξί και στον πρόεδρο του «κατ’ εξοχήν αστικού κόμματος» – τόσο μικρή ώστε να γίνεται ασήμαντη. Δεν μπορώ να φαντασθώ ποτέ τον (κανονικό) Καραμανλή, τον Αβέρωφ, τον Ράλλη, αλλά και τόσους άλλους σημαντικούς πολιτικούς της Δεξιάς, που δεν έγιναν ποτέ ηγέτες της, να εξισώνουν, μέσω μιας επίδειξης οικειότητας, τον εαυτό τους με τον πρόεδρο ενός σωματείου, που εκβιάζει για να διατηρήσει το προνόμιο της προστασίας του από τον ανταγωνισμό – και μάλιστα να το κάνουν από το βήμα του ανώτατου κομματικού οργάνου!

Επιπροσθέτως, το γεγονός έχει και διδακτική αξία. Τεκμηριώνει απολύτως τον ισχυρισμό του Αντ. Σαμαρά ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα πετύχουν, αλλά με τρόπο που μάλλον υπερβαίνει τις προθέσεις του, καθώς αφορά τον ίδιο. Πράγματι, από τη Ν. Δ. τουλάχιστον δεν θα πετύχουν οι μεταρρυθμίσεις! Μα, πώς να πετύχουν όταν κοτζάμ αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θέτει υπεράνω της κοινής λογικής, που υπαγορεύει το άνοιγμα των επαγγελμάτων στον ανταγωνισμό, τις καλές σχέσεις του με τον «αγαπητό Θύμιο»;

Το γεγονός φέρνει στο νου ένα άλλο, παρόμοιο περιστατικό, με το οποίο η στήλη είχε ασχοληθεί εκτενώς: τον τηλεοπτικό εκθειασμό του Νίκου Φωτόπουλου της ΓΕΝΟΠ από τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, όταν τον είχε χαρακτηρίσει «κόσμημα του ΠΑΣΟΚ». Τα κοσμήματα όμως είναι, ως γνωστόν, θέμα γούστου. Σε άλλους αρέσει να φορούν Φωτόπουλους, σε άλλους Λυμπερόπουλους…