ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα του οράματος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Το αποδεικνύει η διάρκειά του στον χρόνο. Στα είκοσι έτη που έχουν μεσολαβήσει από το πρώτο του μυθιστόρημα «Κρυμμένοι άνθρωποι» (1990), ο συγγραφέας γυρίζει την πλάτη του στο καθημερινό βίωμα, αποζητά την υπέρβαση, αναζητά το διαφεύγον νόημα, νοσταλγεί την άγνωστη αλήθεια, επιδιώκει τη συνθήκη εκείνη που θα τον οδηγήσει στις μυστικές πηγές της ζωής. Ταυτότητα, μετενσάρκωση, μητρότητα, φύλο και παράλληλα διασταύρωση διαφορετικών πολιτισμικών παραδοχών, παραγωγικός συγχρωτισμός φυλών, συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση, γονιμοποιός διαπάλη ύλης και πνεύματος, ένθεη πνοή του ανθρώπου αποτελούν μερικές από τις θεματικές που διαπλέκονται στις υποθέσεις των οκτώ μυθιστορημάτων του. Θεματικές χωρίς αμφιβολία ελκυστικές, που αποσκοπούν στο να αποτρέψουν το βλέμμα μας από τα τετριμμένα της ζωής και να εμβαθύνουν στις προϋποθέσεις της ύπαρξης. Προνομιακός τόπος όπου εκτυλίσσονται οι ιστορίες του, ο βορειοελλαδικός χώρος: και ειδικότερα η περιοχή των ανατολικών μας συνόρων, πυκνότατη σε συμβολισμούς που σχετίζονται με τη δυναμική του μεταιχμίου· και παράλληλα το Παγγαίον όρος, ιερό των ορφικών εορτών και των διονυσιακών τελετών, των σατύρων και των μαινάδων.

Παρά το αδιαμφισβήτητο πάθος του συγγραφέα, φοβάμαι ωστόσο πως κάτι δεν λειτουργεί καλά στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο παλαιστής και ο δερβίσης» (Πατάκης, σελ. 317), όπως κατά τη γνώμη μου δεν λειτουργούσε και στα προηγούμενα «Νερά της Χερσονήσου» (1998), «Το παρτάλι» (2001) και το «Εξω από το σώμα» (2003). Πολλές απ’ τις θεματικές που φανατικά καλλιεργεί μου φαίνονται ένθετες, μη λειτουργικές, χωρίς πειστικότητα, ιδεολογήματα επιβεβλημένα απέξω. Ή, με άλλα λόγια, χωρίς την αναγκαία καλλιτεχνική στήριξη που θα αναδείκνυε την αλήθεια τους και η οποία κυριαρχούσε στον παλαιότερο ωραιότατο «Ναύτη» (1993) – δεύτερο μυθιστόρημα του Γρηγοριάδη κι έργο όπου το φανταστικό και το πραγματικό διαπλέκονταν με ευρηματικότητα, δημιουργώντας μια ολόκληρη μυθολογία του νερού (καράβια, γοργόνες, κανάλια και ναύτες) στην καρδιά ενός κάμπου.

Στο τελευταίο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν ένας παλαιστής, μια φωτογράφος, ένας ερευνητής και ένας νεόκοπος συγγραφέας σε μια ιστορία άγριων ερωτικών περιπτύξεων και μυστηριωδών εξαφανίσεων που εκτυλίσσεται στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, την Ξάνθη, την Αδριανούπολη και την Πόλη. Προσωπικότητες που απολαμβάνουν με πάθος τη ζωή, αναχωρητές και επιθετικοί εθνικιστές, ερωτικός αισθησιασμός, εμμονές και πνευματικός μυστικισμός καλούνται να αποτελέσουν τους βασικούς πυλώνες της ιστορίας. Εχω ωστόσο την εντύπωση ότι, υπερεκχειλίζοντας, οι προθέσεις πνίγουν τις εκφραστικές και συνθετικές αντοχές του έργου. Ωσάν ο συγγραφέας τους να παρασύρεται, να υφαρπάζεται, να παγιδεύεται τόσο πολύ από την προβληματική που τον θέλγει, ώστε να υποβιβάζει, να αμελεί, να υποτιμά εκείνες ακριβώς τις προϋποθέσεις, τα χαρακτηριστικά, τις αρετές -τη δραματουργική οικονομία, την υποβλητική ψευδαίσθηση, τον ρυθμικό παλμό- που θα επέτρεπαν στο μυθιστόρημα να αποκτήσει αυτοτέλεια, πνοή, νεύρο. Πράγμα πολύ περίεργο αν σκεφτεί κανείς πως όταν ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έγραψε τον πρόσφατο θεατρικό μονόλογο «Δεύτερη γέννα» (Πατάκης, 2009), κατόρθωσε να χειριστεί τα τρία αυτά εργαλεία -ρυθμό, οικονομία και υποβολή- με εξαιρετική μαεστρία. (Μια μάνα που δεν εννοεί να αποδεχθεί πως δεν θα ξαναδεί το παιδί της, μια αφήγηση που αποκαλύπτει σταδιακά στον αναγνώστη το αφόρητο μυστικό, κάνοντας στο τέλος πιστευτό το αδύνατο: μια δεύτερη γέννα με αντίστροφη όμως φορά, από τον εξωτερικό κόσμο προς τη μήτρα.) Σε αντίθεση προς τη σύντομη αυτή αφήγηση, «Ο παλαιστής και ο δερβίσης» μοιάζει ασπόνδυλο κείμενο, οι ήρωές του μετακινούνται, συνουσιάζονται, θεωρητικολογούν παραθέτοντας διαρκώς σχολαστικές επεξηγήσεις.

Τι συνέβη και ένας πολλά υποσχόμενος πεζογράφος, όπως ήταν ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης του «Αρχαίου φαλλού» (1992) και του «Ναύτη» (1993), απώλεσε την καλλιτεχνική του πειθώ; Αν και κρίνοντας από τις πολυάριθμες παρουσιάσεις και βιβλιοκρισίες που το μυθιστόρημα έχει ήδη συγκεντρώσει στην ηλεκτρονική Βιβλιονέτ, το μυθιστόρημα άρεσε ή εν πάση περιπτώσει προκάλεσε ελάχιστες αντιρρήσεις. Οπότε το ερώτημα που είμαι υποχρεωμένη να θέσω είναι: πέφτω τόσο πολύ έξω στη λογοτεχνική κρίση μου ή τα καλλιτεχνικά μας αντανακλαστικά έχουν απελπιστικά σκουριάσει;