ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «ταμπακιέρα» της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Παρά τις ρηξικέλευθες προθέσεις του, το προσχέδιο του νέου νόμου για τα ΑΕΙ δεν λέει λέξη για την «ταμπακιέρα», που βρίσκεται στη ρίζα της πανεπιστημιακής μας κακοδαιμονίας. Αυτή είναι η έλλειψη υποχρεωτικής παρακολούθησης των παραδόσεων και η ετεροχρονισμένη εξέταση των μαθημάτων.

Σε όλα τα σύγχρονα πανεπιστήμια, η παρουσία των φοιτητών στις παραδόσεις θεωρείται αυτονόητη, ενώ οι υπερβολικές και αδικαιολόγητες απουσίες συνεπάγονται αποτυχία έως και διαγραφή (με τη σημερινή τεχνολογία, η «παρουσία» μπορεί να μην αναφέρεται σε αίθουσα, αλλά στο Διαδίκτυο την ορισμένη ώρα). Αλλωστε, και στη χώρα μας όλες οι συζητήσεις για την ανώτατη εκπαίδευση, αν το καλοσκεφτεί κανείς, θεωρούν δεδομένη την παρουσία των φοιτητών. Βασίζονται έτσι σε μία ψευδή, ψευδέστατη προϋπόθεση. Στην Ελλάδα, η μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών δεν παρακολουθεί τακτικά τις παραδόσεις. Τα πανεπιστήμιά μας είναι στην ουσία «πανεπιστήμια απόντων», όπως έγραφα παλαιότερα στην «Καθημερινή» (27 Μαρτίου 1983). Κατά συνέπεια, δεν μπορούν παρά να είναι προπαντός εξεταστικά κέντρα.

Αυτό άλλωστε υπαγορεύει και η ελευθερία επιλογής του χρόνου εξέτασης. Σε όλα τα σύγχρονα πανεπιστήμια θεωρείται αυτονόητη η υποχρεωτική εξέταση και η βαθμολόγηση των φοιτητών αμέσως μετά το τέλος των παραδόσεων, με ανύπαρκτη ή, πάντως, περιορισμένη δυνατότητα επανεξέτασης. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο φοιτητής επιλέγει ελεύθερα αν θα εξεταστεί αμέσως ή έπειτα από μήνες ή και χρόνια! Επιπλέον, έχει απεριόριστο δικαίωμα επανεξέτασης (μία από τις πολλές παγκόσμιες πρωτοτυπίες μας).

Χωρίς τη θέσπιση της υποχρεωτικής παρακολούθησης και της άμεσης εξέτασης (με δικαίωμα επανεξέτασης μία ή δύο φορές το πολύ), είναι απολύτως αδύνατο να επιτευχθούν οι διακηρυγμένοι στόχοι της τωρινής μεταρρύθμισης. Αποκλείεται ιδίως να εγκαταλειφθεί η έμφαση στις εξετάσεις και την αποστήθιση της «εξεταστέας ύλης». Οσο οι φοιτητές, είτε παρόντες είτε απόντες, θεωρούνται πλασματικά ισότιμοι, επιβάλλεται να κρίνονται με το ίδιο μέτρο. Το περιεχόμενο και ο τρόπος εξέτασης προσαρμόζονται αναγκαστικά στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, δηλ. τον φοιτητή που, χωρίς να έρθει ποτέ στο μάθημα, ανοίγει για πρώτη φορά το βιβλίο και αποστηθίζει την «εξεταστέα ύλη» μόλις την παραμονή της εξέτασης.

Χωρίς τη θέσπιση της υποχρεωτικής παρακολούθησης και της άμεσης εξέτασης είναι επίσης απολύτως αδύνατο να εφαρμοστούν πραγματικά (και όχι πλασματικά) ρυθμίσεις όπως το πρώτο έτος γενικών σπουδών και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων. Σήμερα, μπορεί ο φοιτητής να βρίσκεται στο πτυχίο και να «οφείλει» μαθήματα του πρώτου εξαμήνου. Αν συμβεί το ίδιο με τα μαθήματα του πρώτου έτους γενικών σπουδών, τι νόημα θα έχει η νέα ρύθμιση;

Εξάλλου, χωρίς υποχρεωτική παρακολούθηση και άμεση βαθμολόγηση, το σύστημά μας δεν είναι συγκρίσιμο ούτε συμβατό με τα περισσότερα συστήματα της Ευρώπης (και της Βόρειας Αμερικής). Ενα μάθημα που εξετάστηκε έπειτα από δύο χρόνια χωρίς ο φοιτητής να έχει ποτέ εμφανιστεί στις παραδόσεις δεν μπορεί να είναι ούτε ισοδύναμο ούτε καν συγκρίσιμο με μάθημα που εξετάστηκε αμέσως, έπειτα από ανελλιπή παρακολούθηση. Μόνο με αλχημείες και ψέματα μπορεί να ενταχθεί πλασματικά το σημερινό σύστημά μας στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων (κατά το προηγούμενο της «δημιουργικής λογιστικής», άλλοτε).

Οτι το προσχέδιο δεν αποτολμά την παραμικρή αλλαγή στα ζητήματα αυτά φαίνεται καθαρά από όσα ορίζει (άρθρο 33 παρ. 9) για το δικαίωμα του φοιτητή να εξεταστεί από τριμελή επιτροπή ύστερα από τέσσερις τουλάχιστον αποτυχίες σε ένα μάθημα. Πρόκειται για επανάληψη διάταξης που ισχύει, με τη διαφορά ότι αποκλείεται εφεξής από την επιτροπή ο διδάσκων του μαθήματος (!). Τι γίνεται όμως αν ο φοιτητής απορριφθεί και από την επιτροπή; Μηδενίζεται το κοντέρ και αρχίζει νέος κύκλος επανεξέτασης; Ετσι φαίνεται…

Είναι ίσως πολύ αργά για να ανοίξουν τώρα νέες συζητήσεις για νέα θέματα. Αλλά το προσχέδιο, επαναλαμβάνοντας στο άρθρο 33 τις ισχύουσες παλιότερες διατυπώσεις, ευνοεί τη διαιώνιση της ερμηνείας ότι δεν επιτρέπεται ούτε η θέσπιση υποχρεωτικής παρακολούθησης ούτε ο περιορισμός της ελευθερίας εξέτασης και επανεξέτασης.

Ας τολμήσει τουλάχιστον ο νέος νόμος να τα επιτρέψει δυνητικά! Για την αποτροπή νομικών αμφισβητήσεων, αρκεί ένα εδάφιο ότι «δύναται» ο Εσωτερικός Κανονισμός ενός ΑΕΙ να καθιερώνει υποχρεωτική παρακολούθηση των παραδόσεων, άμεση εξέταση των μαθημάτων και περιορισμένο δικαίωμα επανεξέτασης, με τελειωτικό στάδιο την τριμελή επιτροπή. Διαφορετικά, θα πρόκειται για μία (ακόμη) ημιτελή μεταρρύθμιση.

*Ο κ. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.