ΑΠΟΨΕΙΣ

Χαϊδεμένα παιδιά και αποπαίδια

«Ο γιος μου αγόρασε προ δύο ετών άδεια ταξί, έδωσε 150.000 ευρώ «μαύρα» στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και υποθήκευσε το σπίτι μας… Πλέον καταστρέφεται». Η φωνή της μητέρας στο τηλέφωνο ήταν ειλικρινής, πηγαία κραυγή μιας γυναίκας που διαπιστώνει με τρόμο ότι οι όροι του οικονομικού παιχνιδιού αλλάζουν άρδην, απειλώντας να παρασύρουν στο χάος το παιδί της.

Αυτή είναι η μία πλευρά της πραγματικότητας. Και αυτή η πραγματικότητα φαντάζει σκληρή για όσους επέλεξαν τα τελευταία λίγα χρόνια, και μάλιστα απέναντι στις κατευθύνσεις περί «ανοίγματος» του επαγγέλματος, να «επενδύσουν» στο ταξί. Πλήρωσαν αδρά τους κατόχους των αδειών που το ίδιο το κράτος χορήγησε με άγνωστα κριτήρια και κατάφεραν να εισέλθουν σε μια κλειστή κάστα επαγγελματιών. Οχι ζηλευτή, από άποψη συνθηκών εργασίας, αλλά τουλάχιστον ασφαλή από άποψη εσόδων και ανταγωνισμού.

Εχουν δίκιο να διαμαρτύρονται; Προφανώς, ναι. Να αγωνιούν; Ασφαλώς. Ωστόσο, ούτε τη δουλειά τους χάνουν -αν αυτή δεν περιορίζεται στην εκμετάλλευση και μεταπώληση της άδειας- ούτε η πραγματική οικονομική τους κατάσταση μεταβάλλεται εξαιτίας της απομείωσης της αξίας της άδειας.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά της πραγματικότητας των ταξί. Αυτή των πολλών, οδηγών που δεν απεργούν, και οι οποίοι λειτουργούν ως υπενοικιαστές, υπάλληλοι ή στην καλύτερη περίπτωση ψευδοσυνεταίροι των ιδιοκτητών. Αυτοί είναι που «τρέχουν» το ταξί πληρώνοντας, βρέξει – χιονίσει, το ενοίκιο. Και αυτοί είναι που βρίσκονται στην πλέον δεινή θέση, μη μπορώντας να καταβάλουν το υψηλό τίμημα για την αγορά ενός ή μισού ταξί και παράλληλα υφιστάμενοι την οικονομική κρίση και τη συνακόλουθη μείωση της επιβατικής κίνησης. Η κατηγορία αυτή δεν διαφέρει πολύ από τους άλλους κλάδους μιας οικονομίας σε κρίση. Οι μισθοί σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ έχουν μειωθεί, οι συντάξεις έχουν περιορισθεί, ακόμη χειρότερα οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα απολύονται. Και μάλιστα, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα οργανωμένων διαδηλώσεων και πορειών προς αεροδρόμια, καταδρομικών κινήσεων αποκλεισμού λιμανιών και δρόμων και, κυρίως, χωρίς τόσους πολλούς πολιτικούς -όλων των αποχρώσεων- να τους συμπαρίστανται, όπως αυτής που απολαμβάνουν οι ιδιοκτήτες.

Η πολιτική υποκρισία περισσεύει και σε αυτή την περίπτωση. Η ανοργάνωτη μάζα απολυμένων είναι για τα κόμματα ένα στατιστικό μέγεθος, τρομακτικό μεν, καθώς ξεπερνά ήδη τις 700.000 ανθρώπους, αλλά απλό στατιστικό μέγεθος, που αντιμετωπίζεται με γενικολογίες περί ανάπτυξης. Η οργανωμένη και πολιτικά «χαϊδεμένη» ομάδα των ιδιοκτητών ταξί τυγχάνει διαφορετικής συμπεριφοράς, διότι έτσι την έμαθαν. Ποιος δεν θυμάται τις μάχες των κομμάτων για την εξασφάλιση της υποστήριξης των ταξιτζήδων και της συνακόλουθης «ζύμωσης» που έκαναν στους πελάτες τους. Ποιος έχει ξεχάσει τις σημαίες, όχι ελληνικές, αλλά κομματικές στις κεραίες τους; Αυτή τη δύναμη, του κομματικού ομφάλιου λώρου, αντιπαραθέτουν τώρα οι ιδιοκτήτες ταξί απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς και την ανακολουθία των υπουργών που διαχειρίστηκαν το ζήτημα. Σε εποχές κρίσης, όμως, κι εφόσον το υπάρχον πολιτικό σύστημα θέλει να πρωταγωνιστήσει θετικά δίνοντας λύσεις, πρέπει να ξεκινήσει από τα απλά… κόβοντας τους ομφάλιους λώρους.