ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανέλπιστο δώρο

«…Τον κοίταγε στα δόντια», λέει, θυμόσοφα ο λαός μας για εκείνον που ψάχνει να βρει το ελάττωμα ακόμη και σε εκείνο που του χαρίζουν και που τόσο πολύ το χρειάζεται. Οι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης εμφανίζονται με «φιλολαϊκή» λεοντή: «Φορτώνουν στον λαό βάρη για 40 χρόνια», καταγγέλλουν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτοί είχαν κατά νου μια καλύτερη λύση. Προφανώς το χάρισμα των χρεών. Ετσι, μόνον, θα μπορούσε να υπάρξει νόημα σε όσα λένε: από την αριστερά μέχρι την πολλή δεξιά.

Ολοι αυτοί, στην πραγματικότητα στην οποία ζούμε, πραγματικοί τσιφούτηδες, αφού το μόνο που τους νοιάζει είναι πως οι ίδιοι θα γλιτώσουν κάτι από όσα με τη φιλαργυρία τους απέκτησαν. Γι’ αυτό, πονηροί οι ίδιοι πάντοτε, δεν μιλούν ποτέ για τις επιπτώσεις που θα είχε η ντεκλαρέ και απερίσκεπτη χρεοκοπία. Να διαφυλάξουν όσα απέκτησαν εκμεταλλευόμενοι προνομιακές σχέσεις με το κράτος και να φορτώσουν στους υπόλοιπους βάρη μεγάλα και κυρίως, την βύθιση της κοινωνίας σε μια παρατεταμένη φτώχεια.

Τελικά, το δεύτερο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, περιέλαβε τα περισσότερα από τα τεχνικά εργαλεία που διαθέτει το σύστημα μέσα στο οποίο το ελληνικό κράτος ενήργησε. Η εμμονή της Γερμανίας στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, όσο μικρό κι αν ήταν, τελικά, το εύρος της, εισάγει θετική απάντηση σε ένα από τα ηθικά διλήμματα που πρέπει πάντοτε να απαντηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις: «Γιατί αρνούνται με βδελυγμία να δανείσουν την Ελλάδα οι ίδιοι εκείνοι που της δάνεισαν αφειδώς τα κεφάλαια που την οδήγησαν τόσο κοντά στην απώλεια εμπιστοσύνης;».

Το κυριότερο αποτέλεσμα, βεβαίως, θα προέλθει από τη δράση του διπλού πέλεκυ. Μακρότερες περίοδοι εξόφλησης των νέων ομολόγων, με ένα όσο γίνεται μικρότερο επιτόκιο στα τρέχοντα επίπεδα. Αυτό ακριβώς θέλει κάθε βαριά δανεισμένος για να επιστρέψει σε προσφορότερο έδαφος μεγέθυνσης του διαθέσιμου εισοδήματός του. Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν εκείνοι που δείχνουν την επιμήκυνση ως «μακρά υποδούλωση».

Ας το δούμε συγκεκριμένα και απλά. Αν η χώρα μας δεν είχε εμπλακεί στον συνδυασμό κρίσης εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών και εξάντλησης του κρατικοδίαιτου μοντέλου δραστηριότητας, θα συνέχιζε να δανείζεται κανονικά στις αγορές. Κανένα κράτος δεν αποπληρώνει όλα του τα δάνεια σε κάποια προκαθορισμένη ημερομηνία. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα θα αποπλήρωνε το σύνολο του δανεισμού της στα αμέσως επόμενα χρόνια ενώ, με την τωρινή ρύθμιση, «υποχρεώνεται» σε παράταση των χρεών της. Είναι ορθό να μειώνει κανείς την έκθεσή του στον δανεισμό, όταν η ανάπτυξη της οικονομίας φέρνει μεγαλύτερα έσοδα στο κράτος ή περισσότερες δουλειές στην επιχείρηση, ή εξτρά εισόδημα στο νοικοκυριό. Η Ελλάδα, στη διάρκεια της προετοιμασίας της για το ευρώ, επεξέτεινε τη μέση διάρκεια του χρέους της. Τα ομόλογα της ελληνικής Δημοκρατίας είχαν μακρές περιόδους εξόφλησης, που δεν τις είχαμε ποτέ πριν δει, αφού ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει παρόμοια εμπιστοσύνη στις προοπτικές του κράτους μας.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το ελληνικό Δημόσιο και ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και το συνακόλουθο πάγωμα των δανειακών ροών από τις αγορές κεφαλαίου προς την ελληνική οικονομία, έφερνε ολοένα κοντύτερα τη λήξη των δανείων, σαν το χέρι που πλησιάζει τον λαιμό του θύματος. Η αρχική «γενναιοδωρία» του Μνημονίου, κρατούσε την τανάλια του χρέους σε απόσταση… αναπνοής, δεν απομάκρυνε όμως την απειλή. Η πρόσθετη ρύθμιση κάνει αυτό ακριβώς. Προσφέρει τελικά όρους δανεισμού που αντιστοιχούν σε ό,τι το καλύτερο είχε επιτύχει η Ελλάδα μεταπολεμικά ως προς τη χρηματοδότησή της. Στην πράξη μάλιστα, το ξεπερνά. Πρόκειται για ανέλπιστο δώρο και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί από όσους εξακολουθούν να θέλουν να συνδυάζουν τον πραγματισμό της δράσης με την αγάπη για την πατρίδα μας.