ΑΠΟΨΕΙΣ

Συμφωνία στο ελάχιστο

Θα ήταν χρήσιμο να έχουμε παρακολουθήσει προσεκτικά τη σκληρή, κάποτε κομματική, συχνά ουσιαστική, πάντοτε όμως πολιτική σύγκρουση που εξελίσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, εν μέσω μιας τόσο μεγάλης κρίσης, στη μεγαλύτερη, πάντοτε, ενότητα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μας, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Το κύριο συμπέρασμα, ειδικά για τα καθ’ ημάς, είναι ότι τελικά την ευθύνη, σε μια διπολική πολιτική ισορροπία, πρέπει να την αναλάβουν από κοινού οι πολιτικοί σχηματισμοί. Το δεύτερο, συνοδευτικό, είναι ότι η συνταγματική «απαγόρευση» στη δημιουργία ανεξέλεγκτων κρατικών – ομοσπονδιακών ελλειμμάτων προφυλάσσει το έθνος από τα χειρότερα. Το τρίτο είναι ότι με όλο αυτόν τον θόρυβο, τις καθημερινές συγκρούσεις, μεταξύ ειδικών και, ίσως πιο ενδιαφέρον, ολιγότερο ειδικών και, τελικά, του σώματος της κοινής γνώμης, δύσκολα ένας Αμερικανός πολίτης θα μπορέσει να ισχυριστεί ότι δεν κατάλαβε πότε έφτασε να χρωστάει πάνω από 14 τρισ. δολάρια.

Ελάτε τώρα στα δικά μας. Αν στη μακρά περίοδο που χτίζαμε τα σημερινά μας χρέη υπήρχε παρόμοια συνταγματική ρύθμιση, η πολιτική μας ζωή σήμερα θα ήταν διαφορετική. Η μοίρα του πληθυσμού σ’ αυτό το κράτος θα είχε άλλη κατεύθυνση. Οι επαγγελματικές ομάδες θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά το συμφέρον τους. Ακόμη και οι πολιτικοί μας θα ήταν πολύ διαφορετικοί και, σίγουρα, πιο υπεύθυνοι. Το μεγαλύτερο κέρδος, αν είχαμε διαδικασίες συλλογικής ευθύνης, είναι πως οι πολίτες θα ήταν καλύτερα ενημερωμένοι.

Φαντασθείτε να είχε θεσπιστεί παρόμοιος θεσμός πριν μπούμε στην Ευρωζώνη! Για να συμβεί κάτι παρόμοιο, θα έπρεπε να συζητηθεί ένα «ταβάνι», ένα απώτατο όριο, κάτι σαν τον κανόνα του Μάαστριχτ που έλεγε ότι το χρέος δεν πρέπει να αναλογεί σε κάτι μεγαλύτερο από το 60% του τρέχοντος εθνικού προϊόντος. Επειδή όμως η Ελλάδα ήταν πολύ πάνω από το όριο αυτό, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τη θέσπιση κανόνων αναγκαστικής απομείωσης.

Ποιες θα ήταν οι πολιτικές εξελίξεις αν είχε εγκριθεί, με δημοψήφισμα μάλιστα, η σταδιακή για την πρώτη μας δεκαετία στο ευρώ μείωση του εθνικού χρέους, έστω κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες κάθε χρόνο; Θα είχε και πάλι κερδίσει τις εκλογές του 2000 ο Κώστας Σημίτης; Τι θα είχε κάνει ο Κώστας Καραμανλής; Η αποτυχία των προηγουμένων δεν θα εξόπλιζε τον Γιώργο Παπανδρέου με την αυτονόητη «εντολή» ανάληψης κάθε κατάλληλης πρωτοβουλίας για την επαναφορά του χρέους σε ελεγχόμενη τροχιά;

Θα μπορούσαμε να το κάνουμε τώρα! Στην πράξη, αυτό ακριβώς το νόημα είχε η ψήφος ευθύνης όσων ενέκριναν το Μεσοπρόθεσμο. Αυτήν ακριβώς τη διαδικασία εξασφαλίζει μεσοπρόθεσμα ο νέος μηχανισμός λύτρωσης, όπως εγκρίθηκε τις προάλλες στη Σύνοδο Κορυφής. Χρειάζεται όμως να καταστεί εξαναγκαστική. Ιδιαίτερα επειδή κάποιοι εξακολουθούν να υπεκφεύγουν.

Παράδειγμα, ο κ. Σαμαράς. Αντί του οξύμωρου «Συναίνεση στο λάθος δεν δίνω» (συνέντευξη στην «Κ» της Κυριακής), θα μπορούσε να δεσμευτεί σε τρία και μόνον νούμερα: «1,5 – 3,5 – 6,5». Πρόκειται, χονδρικά, για την πρόβλεψη για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος που οφείλει να διαμορφώσει ο κρατικός προϋπολογισμός στην τριετία 2012 – 2013 – 2014. Λογικά, αν ο αρχηγός του κόμματος της Δεξιάς πιστεύει ότι έρχεται η σειρά του να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, επιθυμεί να περιορίσει την περίφημη «αναδιαπραγμάτευση» στο μείγμα πολιτικής που θα διασφαλίζει τα τρία ανωτέρω νούμερα.

Η νέα ευρωπαϊκή βοήθεια δόθηκε, τελικά, χωρίς το προαπαιτούμενο της συμφωνίας των ελληνικών κομμάτων. Σύντομα όμως, παρά αργότερα, ο ελληνικός λαός οφείλει να γνωρίζει αν όσα κόμματα ενδέχεται να κυβερνήσουν δεσμεύονται πως οι σημερινές προσπάθειες, ιδιαίτερα όσων αγρίως φορολογούνται, δεν θα πάνε χαμένες. Τουλάχιστον ως προς αυτό χρειαζόμαστε μια συμφωνημένη διαδρομή μείωσης του χρέους. Ο κ. Σαμαράς αποφεύγει ακριβώς αυτό, διακινδυνεύοντας μια νέα και πολύ μεγαλύτερη κρίση με το ελληνικό χρέος, αν του δοθεί η ευκαιρία να κάνει πράξη όσα λέει σήμερα και, κυρίως, όσα αποκρύπτει.