ΑΠΟΨΕΙΣ

Δοκιμασία ηγετικής επάρκειας και ισχύος

Τα δεινά που έζησε η χώρα, με τον τραμπουκισμό των ιδιοκτητών ταξί και τον επαμφοτερισμό μεγάλης μερίδος βουλευτών στον ωμό εκβιασμό κατά της Πολιτείας, εύλογα προκαλεί την εξής διαπίστωση: Οτι το πολιτικό μας δυναμικό αδυνατεί να επωμισθεί την ευθύνη για μια δραστική αντιμετώπιση της σημερινής κατάστασης. Εν πολλοίς, εξακολουθεί να διακατέχεται από τη νοσηρή νοοτροπία της συναλλαγής με τον ψηφοφόρο και να υποκύπτει στην πίεση προνομιούχων και ισχυρών μειοψηφιών, που «αγωνίζονται» για τα κεκτημένα τους. Η διαπίστωση προσλαμβάνει κρίσιμη σημασία διότι η κρίση δεν είναι παροδική και βραχυπρόθεσμη. Ιδιαίτερα, δε, με τις δυσμενείς εξελίξεις που σημειώνονται τις ημέρες αυτές στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, καθίσταται απρόβλεπτη τόσο από την άποψη των διαστάσεων όσο και της διάρκειάς της. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει τη χώρα μας να προχωρήσει άμεσα στην άρση όλων των εκτρωματικών καταστάσεων που την κατέστησαν διεθνώς το «μαύρο πρόβατο» και περίπου την εστία μιας πανευρωπαϊκής πυρκαγιάς.

Με την προοπτική τουλάχιστον μιας δεκαετίας, το πολιτικό μας δυναμικό πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να είναι ευχάριστο και αρεστό, όπως επεδίωκε (με βαρύτατο τίμημα για τον τόπο) μέχρι σήμερα. Αντίθετα, οφείλει να είναι δυσάρεστο, ώστε να αποβεί χρήσιμο και αποτελεσματικό. Με το πρίσμα αυτό πρέπει να ιδωθούν οι προτάσεις αναθεωρήσεως του Συντάγματος, που υπέβαλε προσφάτως η Ν.Δ. Ιδίως αυτές που αφορούν το ασυμβίβαστο του αξιώματος του υπουργού με εκείνο του βουλευτή και τη μείωση του αριθμού των 300 βουλευτών. Θα ήταν λάθος αλλά και υπεκφυγή η συζήτηση των δύο αυτών προτάσεων να διεξαχθεί στο θεωρητικό πεδίο της δημοκρατικότητας και του θεσμικού κατεστημένου. Διότι, όπως συμβαίνει με όλες τις αναθεωρητικές εισηγήσεις, ασφαλώς εμπεριέχουν και κάποια θεωρητικά μειονεκτήματα. Ομως, το προέχον και ζητούμενο σήμερα είναι η απάλειψη της νοοτροπίας της συναλλαγής και της συνακόλουθης φαυλότητας, που διακατέχει κατά τις τελευταίες δεκαετίες την πλειονότητα, δυστυχώς, του πολιτικού μας προσωπικού. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές είναι το αναγκαίο αντίδοτο για την καταπολέμηση της νοσηρότητας αυτής.

Οι κ. Παπανδρέου και Σαμαράς είναι δύο νέοι, τουλάχιστον ως προς την ηλικία, πολιτικοί. Σ’ αυτούς έλαχε η μοίρα να αντιμετωπίσουν τη δεινότερη κατά την τελευταία 60ετία κρίση που πλήττει τη χώρα. Οι περιστάσεις επιβάλλουν να αποδειχθούν τολμηροί, καινοτόμοι και -προπαντός- κατεδαφιστές ενός φαύλου πολιτικού παρελθόντος. Οφείλουν, λοιπόν, να ομονοήσουν στις θεσμικές αλλαγές, που χρειάζεται η χώρα. Οι παραπάνω δύο προτάσεις για την συνταγματική αναθεώρηση αποτελούν υπό τις σημερινές συνθήκες και μια κρίσιμη δοκιμασία της ηγετικής τους επάρκειας και ισχύος. Διότι ασφαλώς δεν είναι αρεστές στους βουλευτές, που θα κληθούν να «αυτοχειριασθούν», ούτε συμβατές με την κατεστημένη πολιτική νοοτροπία. Εξ ίσου βέβαιον είναι, όμως, ότι αν εκαλείτο να αποφασίσει με δημοψήφισμα ο ελληνικός λαός, θα εγκρίνονταν με συντριπτική πλειοψηφία. Τούτο και μόνον δηλώνει τη βούληση των πολιτών για ριζοσπαστικές αλλαγές στο πολιτικό μας σύστημα και την ανάγκη που τις έχει ο τόπος. Για να επιβληθούν, όμως, στο βουλευτικό μας κατεστημένο, πρέπει πρώτα να τις υιοθετήσουν απερίφραστα και να τις υποστηρίξουν σθεναρά οι αρχηγοί τουλάχιστον των δύο μεγάλων κομμάτων. Και αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο…