ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα βρετανικά ταμπλόιντ: μια εθνική λιχουδιά

Γιατί η Βρετανία έγινε το βασίλειο των ταμπλόιντ; Γιατί η Βρετανία είναι μια από τις λίγες χώρες όπου καθημερινά πωλούνται εκατομμύρια φύλλα κουτσομπολίστικων εντύπων; Πώς γεννήθηκε αυτό το τέρας που παγιδεύει τόσο τους πλούσιους και τους διάσημους όσο και τους απλούς πολίτες; Αυτές τις ερωτήσεις από ξένους ανταποκριτές δέχεται συχνά ο αρθρογράφος της «Γκάρντιαν» Τσάρλι Μπέκετ με αφορμή το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών από την εφημερίδα του Ρούπερτ Μέρντοχ News of the World, η οποία σήμερα αποτελεί παρελθόν.

Πράγματι, παραδέχεται ο κ. Μπέκετ, λίγες χώρες διαθέτουν τόσες πολλές εφημερίδες που προσφέρουν στο ίδιο πακέτο ένα μίγμα κουτσομπολιού και πολιτικών και αθλητικών ειδήσεων με τόσο κραυγαλέο περιτύλιγμα. Το φαινόμενο αυτό εξηγείται ιστορικά. Από πολύ νωρίς, ο βρετανικός Τύπος έγινε μια συγκεντροποιημένη βιομηχανία με εθνική απήχηση και διαφοροποιημένα, ανάλογα με τα γούστα του αναγνώστη, προϊόντα. Ο σιδηρόδρομος μετέφερε τις εφημερίδες σε ένα μορφωμένο μαζικό κοινό. Η ανάγνωση των ταμπλόιντ έγινε μέρος της καθημερινής μας ζωής: στο μπρέκφαστ, στο τρένο, στο λεωφορείο.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, αρκετοί ιδιοκτήτες εντύπων οι οποίοι είχαν ιδεολογικά κίνητρα άρχισαν να αξιοποιούν την εμπορική αξία και την πολιτική δύναμη των εφημερίδων. Το κοινοβουλευτικό μας σύστημα, με τις έντονες αντιπαλότητες μεταξύ των κομμάτων, ήταν το ιδανικό φόντο για να αναπτυχθεί αυτό το είδος του λαϊκίστικου, μαχόμενου Τύπου.

Ολα αυτά έχουν σχέση με την κουλτούρα, συνεχίζει ο Τσ. Μπέκετ. Η αγγλοσαξονική μας περιέργεια διψά για λίγη γυμνή σάρκα, για λίγη κλειδαρότρυπα, διψάμε να μάθουμε για τα ειδύλλια των επωνύμων.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοσιογραφία του ταμπλόιντ δεν ανθεί και σε άλλες χώρες. Απλώς εμφανίζεται σε άλλες πλατφόρμες και με διαφορετικό ένδυμα. Αλλού το trash περιορίζεται στην τηλεόραση ή σε σκανδαλοθηρικά περιοδικά. Ακόμα και η Γερμανία έχει το «Στερν» που συνδυάζει το γυμνό με την πολιτική ανάλυση.

«Πάει πολύς καιρός από τότε που εργαζόμουν σε ένα ταμπλόιντ», γράφει ο Τσ. Μπέκετ, «κι εκεί έμαθα την αλφαβήτα του ρεπορτάζ…» Καθώς όμως η κυκλοφορία των εφημερίδων μειώνεται, «το διασκεδαστικό κουτσομπολιό παραχωρεί τη θέση του στην αδιακρισία».

«Για την εργατική τάξη», καταλήγει ο δημοσιογράφος, «τα ταμπλόιντ είναι ένα ευπρόσδεκτο αποκούμπι, ενώ για τη μεσαία τάξη είναι μια ένοχη ευχαρίστηση. Υποψιάζομαι ότι μας αρέσουν για τον ίδιο λόγο που μας αρέσει το ποτό ή το κυνήγι της αλεπούς: πρόκειται για μια εθνική λιχουδιά, βασισμένη στην ωμή απόλαυση και την τελετουργική σκληρότητα».