ΑΠΟΨΕΙΣ

H ανέφικτη ακαδημαϊκή ελευθερία

H υπουργός Παιδείας, κυρία Αννα Διαμαντοπούλου, τόλμησε απόπειρα πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης. Οσοι ειλικρινά ενδιαφέρονται να αποκτήσει η χώρα και πάλι προϋποθέσεις σοβαρής ανώτατης παιδείας, περιμένουν το αποτέλεσμα – αν η καλών προθέσεων απόπειρα θα καταστεί μεταρρύθμιση. Υστερα από την εφιαλτική παρένθεση είκοσι εννέα χρόνων εξευτελισμού κάθε ακαδημαϊκής λογικής.

Οι καλές προθέσεις της υπουργού διαφαίνονται στην προσπάθεια να γίνει σεβαστή η ακαδημαϊκή λογική, αλλά και η κοινή λογική. Λογικές που θεμελιώνουν αυτονόητα την οργάνωση και λειτουργία των πανεπιστημίων και στις πιο υπανάπτυκτες γωνιές του πλανήτη. Και που προκλητικά τις κατέλυσε, για να ψηφοθηρήσει, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Καυχιόταν ο Ηρόστρατος ότι είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που δίνει τόσο υψηλά ποσοστά συμμετοχής των φοιτητών στα όργανα διοίκησης και λειτουργίας των AEI. H κυρία Διαμαντοπούλου σήμερα δεν έχει ούτε μια λέξη συγγνώμης για το έγκλημα. Είναι αυτό ένα πρώτο ρήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματός της.

Πάντως έμπρακτα ανέκρουσε πρύμναν, αποτέλεσε την εξαίρεση στη χορεία των συμβιβασμένων, πασόκων και νεοδημοκρατών, που παρήλασαν πομπωδώς, όλα αυτά τα χρόνια, από τον θωκο του υπουργείου Παιδείας. Και ανέχθηκαν, δίχως αιδώ ή λύπην, την ατίμωση των ελληνικών πανεπιστημίων, αν δεν συνέπαιξαν ενεργά.

Η τωρινή μεταρρυθμιστική απόπειρα πατάει σε αυτονόητες επιταγές της λογικής, αλλά και προσκρούει, επίσης αυτονόητα, σε παγιωμένα συμφέροντα. Στα είκοσι εννέα χρόνια του εφιάλτη, τα πανεπιστήμια αναδείχθηκαν πεδία απίστευτης αναξιοκρατίας, οικογενειοκρατίας, φαυλότητας, εφαλτήρια για αξιώματα στον δημόσιο βίο, φέουδα κομματικής εκμετάλλευσης, εύκολα παλκοσένικα για να ακκίζονται μετριότητες και κομματικοί μικρόνοες, κόμβοι δικτύωσης κυκλωμάτων «προμηθευτών» ή στημένων «ερευνητικών προγραμμάτων». Μην ξεχνάμε ότι ξεκινάει η μεταρρύθμιση με το ποινικό μητρώο του ελλαδικού πανεπιστημίου βαρυμένο από καταδίκες πρυτάνεων και αντιπρυτάνεων, έως και σε είκοσι πέντε χρόνια ειρκτής, από ένα και μόνο απόστημα που τυχαία έσπασε.

Δυστυχώς όμως έχει και η αντίδραση των συμφερόντων κάποιο λογικό έρεισμα: Καταργείται με τη μεταρρύθμιση της Διαμαντοπούλου το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, θεμελιώδης προϋπόθεση ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι της οποιασδήποτε εξουσίας. Στο Ελλαδιστάν, ξέρουμε όλοι από πείρα, πως όταν η διοίκηση δημόσιων ιδρυμάτων δεν εκλέγεται με την ψήφο τού αξιοκρατικά (έστω κατ’ επίφασιν) ιεραρχημένου προσωπικού τους, διορίζεται, ωμά και χυδαία, από το κυβερνών κόμμα. Ναι, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι απέτυχαν να αυτοδιοικηθούν, η εκλογή πρυτανικών αρχών, κοσμητόρων, προέδρων Τμημάτων είναι συνάρτηση, κατά κανόνα, άθλιων εξευτελιστικών συναλλαγών με κομματικές νεολαίες και υπαλληλικά συνδικάτα. Αλλά και η κυρία Δ. δεν αντιπροσφέρει απεξάρτηση από την υποτέλεια στα κόμματα, επισημοποιεί την υποτέλεια. Ισως να έχει την πρόθεση, όμως δεν έχει την αξιοπιστία να εγγυηθεί πραγματική αλλαγή.

Μια πραγματική, και όχι στα λόγια, πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση δεν μπορεί σήμερα, δυστυχώς, να προκύψει από πρωτοβουλία και χειρισμούς του υπουργού Παιδείας. Απαιτείται κεντρική πολιτική βούληση και στρατηγική. Εχει αποδειχθεί πάμπολλες φορές ότι και οι πιο καλοπροαίρετες «βελτιώσεις» πέφτουν στο κενό, όσο τα πανεπιστήμια μένουν υποταγμένα στον χυδαϊσμό και στην ντροπή της κομματοκρατίας. Και η απελευθέρωσή τους από την κομματοκρατία προϋποθέτει περίπου ανατροπή του σημερινού πολιτικού συστήματος. Θα την τολμήσει η κυρία Διαμαντοπούλου ή ο ολίγιστος πρωθυπουργός;

Τα πανεπιστήμια είναι πεδία άγρας οπαδών από τα κόμματα, εκεί σφυγμομετρείται η δύναμη των κομμάτων – η επιστήμη και η έρευνα δεν ενδιαφέρει ούτε για τα προσχήματα τους κομματανθρώπους. Με εξωφρενικά σπάταλη κομματική χρηματοδότηση αφιονισμένα παιδάρια των νεολαιών μοχθούν για τα συμφέροντα της συντεχνίας σαν να μην βλέπουν τη φαυλότητα, τη στυγνή ιδιοτέλεια: Οργιώδης η αφισσοκόλληση, θηριώδης η μεγαφωνική «μουσική» υποστήριξη, τραπεζάκια παντού κατάφορτα κρετινική προπαγάνδα, οργανωμένες εκδρομές, ταξίδια, πάρτυ πολλά υποσχόμενα – αλλά το κυρίως δέλεαρ για να γραφτούν οι φοιτητές σε κάποιες κομματικές νεολαίες, είναι η υπόσχεση ότι θα τους δώσουν από πριν τα θέματα για τις εξετάσεις σε συγκεκριμένα μαθήματα: Υπάρχουν καθηγητές που ανταλλάσσουν τη γνωστοποίηση των εξεταστικών τους ερωτήσεων και θεμάτων με την υποστήριξη των φιλοδοξιών τους από κομματική νεολαία.

Για να ξαναστήσει πανεπιστήμια στη χώρα, οποιαδήποτε κυβέρνηση, πρέπει να ξεκινήσει από πολύ μακριά: Να αποκαταστήσει αξιοκρατία σε κάθε παραμικρή πτυχή του δημόσιου βίου, αμείλικτο έλεγχο της ποιότητας. Να σχεδιάσει από την αρχή πόσα και ποια πανεπιστήμια χρειάζεται η χώρα, να απεξαρτήσει την ύπαρξη πανεπιστημίων από τη λογική εξυπηρέτησης της εκλογικής πελατείας. Να ξεκαθαρίσει τίμια και ειλικρινά ότι το πανεπιστημιακό πτυχίο δεν εξασφαλίζει επαγγελματική αποκατάσταση – ο πληρωθρισμός του επιστημονικού προλεταριάτου θα χαλιναγωγηθεί μόνο με κεντρικά σχεδιασμένο προγραμματισμό της επαγγελματικής απορρόφησης των πτυχιούχων (ένα καθολικευμένο άτεγκτο ΑΣΕΠ).

Η κατάργηση της παράνοιας του «ασύλου» και της καπηλείας της, η θέσπιση χρονικού ορίου σπουδών, η συμμετοχή και αλλοδαπών ειδικών στις κρίσεις των ελλαδιτών πανεπιστημιακών, η πρόσληψη έμπειρου «μάνατζερ» για τα οικονομικά και διοικητικά θέματα, οπωσδήποτε το κλείσιμο τριών ή τεσσάρων περιττών για τη χώρα πανεπιστημίων, είναι στοιχειώδεις απαιτήσεις της ακαδημαϊκής και της κοινής λογικής και μακάρι να τις πραγματοποίησει το εγχείρημα της κυρίας Δ. Αλλά επειδή η εμπειρία (νωπή) έχει αποδεικτική ισχύ, είναι σίγουρη η πρόβλεψη ότι το εγχείρημα θα εξουδετερωθεί επιδέξια αν τα πανεπιστήμια παραμείνουν φέουδα της κομματοκρατίας. Αυτή η βεβαιότητα εξηγεί και γιατί τόσα διακεκριμένα πρωτοπαλίκαρα της κομματοκρατίας στα πανεπιστήμια έσπευσαν να συνυπογράψουν λίστες «συμπαράστασης» στη «μεταρρύθμιση» της Διαμαντοπούλου. Αυτοί ξέρουν. Οι υπογραφές τους είναι πρόγνωση φιάσκου.