ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ελευθερία ως επιστροφή στην παιδική ηλικία

Ενα πράγμα που κάνει εντύπωση στον επισκέπτη του Λονδίνου είναι η καθαριότητα της πόλης: δρόμοι, πεζοδρόμια και δημόσιοι χώροι λάμπουν. Φυσικά, θα δεις κάποια αποτσίγαρα σε σημεία όπου οι εργαζόμενοι κατεβαίνουν από το γραφείο για να καπνίσουν, όταν διακόπτουν. Θα δεις επίσης και κανένα χαρτί πεταμένο στον δρόμο. Αλλά αυτό είναι, δεν έχει άλλο· και το προσέχεις, επειδή ακριβώς ξεχωρίζει μέσα σε μια -για τα δικά μας μέτρα- πεντακάθαρη πόλη. Ακόμη πιο περίεργο είναι το γεγονός ότι το σπανιότερο είδος που θα συναντήσεις περιδιαβάζοντας τους δρόμους της βρετανικής πρωτεύουσας είναι ο κάδος απορριμμάτων. Μου λένε ότι τους αφαίρεσαν από τον υπόγειο τη δεκαετία του 1990, τους κατάργησαν και στους δρόμους το 2005, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις των ισλαμιστών. Καθώς, λοιπόν, δεν βρίσκεις πού να πετάξεις, π. χ. το πλαστικό μπουκάλι του νερού, το βάζεις στην τσάντα σου και το βράδυ, όταν έχεις επιστρέψει στο σπίτι, το ρίχνεις στα σκουπίδια. Αυτό κάνουν όλοι εκεί, αυτό κάνει υποχρεωτικά και ο επισκέπτης.

Βέβαια, για όσους από τους δικούς μας αρέσκονται να εξωραΐζουν με θεωρίες τη μιζέρια της ελληνικής καθημερινότητας, για όλους εκείνους που βλέπουν την ποίηση της σήψης μέσα στις στοίβες των σκουπιδιών και το χάος των καταλήψεων, αυτή η κατάσταση στο Λονδίνο περιγράφει μια βαθιά, εγγενή ανωμαλία των ξενέρωτων Βρετανών, που προσιδιάζει μάλλον σε πρόβατα και η οποία ποτέ δεν θα ταίριαζε με τη λεβεντιά του αδούλωτου κατσικοκλέφτη των ορέων, την οποία ο Ελλην κουβαλάει στο DNA του (μαζί με την πρωτιά, ασφαλώς – για να μην ξεχνούμε την ηρωική Ολυμπιονίκη υπολοχαγό…)

Φυσικά, ούτε αυτό ισχύει ούτε το αντίστροφό του. Οι Ελληνες δεν είμαστε ούτε χειρότεροι ούτε καλύτεροι. Είμαστε μάλλον σαν όλους τους άλλους και απλώς προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες που βρίσκουμε. Αυτά που μας διαφοροποιούν και εξαιτίας των οποίων θα ήταν αδύνατο να έχουμε καθαρές πόλεις χωρίς κάδους απορριμμάτων είναι, πρώτον, η λογική περί του τι είναι κράτος και τι οι υποχρεώσεις του και, δεύτερον, η βεβαιότητα της ατιμωρησίας. Ετσι, τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι έννοιες της κοινωνικής προόδου και της δημοκρατίας, για πάρα πολλούς Ελληνες, σημαίνουν την αυταπάτη της επιστροφής στον παράδεισο της ανευθυνότητας της παιδικής ηλικίας, όπου το κράτος σε ρόλο κηδεμόνα οφείλει να τρέχει πίσω από τις ανάγκες του καθενός και όπου κανείς δεν τιμωρείται, διότι η παραβίαση της νομιμότητας έχει αναγορευθεί φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου.

Οταν έχεις φθάσει πια σε αυτό το σημείο κοινωνικού εκφυλισμού, πολύ δύσκολα αναστρέφεται η κατάσταση και σπανίως με τρόπο που είναι ανώδυνος. Οι Βρετανοί το καταλαβαίνουν· και αυτό φαίνεται από την αντιμετώπιση των ταραχών που ξέσπασαν στο Λονδίνο στις αρχές του Αυγούστου. Η απουσία της πολιτικής ηγεσίας σε διακοπές, η πρόσφατη παραίτηση του αρχηγού της Αστυνομίας εξαιτίας του σκανδάλου των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και, τέλος, ο φόβος της Αστυνομίας μην τυχόν της καταλογισθεί ότι ξεφεύγει από τα όρια της πολιτικής ορθότητας συνετέλεσαν ώστε την πρώτη ημέρα οι δυνάμεις της τάξης να μείνουν άπραγες μπροστά στις λεηλασίες. Ομως, η κυβέρνηση αμέσως αντελήφθη τους τεράστιους κινδύνους που συνεπάγεται η στάση ανοχής και, από την επομένη κιόλας, προχώρησε στην πάταξη του φαινομένου με τρόπο αμείλικτο: ήξεραν ότι αν η πρώτη μάχη έληγε με την εντύπωση ότι το κράτος διστάζει ή δεν μπορεί, η κυβέρνηση θα είχε χάσει τον πόλεμο. Εδώ σ’ εμάς, αυτό το παιχνίδι έχει χαθεί προ πολλού. Γι’ αυτό, καταντήσαμε να αδειάζουμε την πλατεία Συντάγματος από τους περιθωριακούς και τα τσαντίρια τους στις 4 τα ξημερώματα, μια νύχτα του Ιουλίου…

Τουίτ, τουίτ!

«Ζητώ να δώσουμε μαζί τη μάχη για την Ελλάδα που σας σέβεται και σας δίνει πραγματικές, όχι πελατειακές, ευκαιρίες». Είναι το μήνυμα που έστειλε μέσω Twitter στους followers ο Γιώργος, χθες στις 4 μ. μ. Το διαβάζεις κι ένα σωρό ερωτήματα τρέχουν μέσα στο μυαλό σου: Πιστεύει, στ’ αλήθεια, ο πρωθυπουργός ότι προσφέρουν κάτι -μα οτιδήποτε! – στην προσπάθεια της κυβέρνησής του αυτές οι δεκαεννέα λέξεις στο Twitter; Φαντάζεται ότι, για κάποιους που θα τις διαβάσουν, θα αλλάξει τίποτε; Αραγε θα του πέρασε καθόλου από τον νου η σκέψη ότι η χρησιμότητα του μηνύματος ενδέχεται να μη διαφέρει και πολύ από τη χρησιμότητα που θα είχε αν, λ. χ., ξαφνικά ενώ είναι ολομόναχος στο γραφείο του, σηκωνόταν και έκανε μια τούμπα στο χαλί; Και ακόμη, δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει;

Θέλει να γνωριστούμε

Κάτι μου λέει ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος πρέπει να περνά δύσκολες ώρες, με αποτέλεσμα, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του, να καταφεύγει σε μέσα στα οποία δεν μας είχε συνηθίσει. Χθες, λ. χ., στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε, με αφορμή το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το χαρακτήρισε την «τελευταία ευκαιρία για να ξαναγνωριστούμε μεταξύ μας ως οικονομία, ως αγορά, ως κοινωνία, ως κράτος και ως προς τις σχέσεις κράτους και οικονομίας». Συγχωρήστε με αν σας σοκάρω, αλλά αυτός ο σαχλός λυρισμός του τύπου «εμείς οι δυο πρέπει να ξαναγνωριστούμε» μου θυμίζει τις μπούρδες ενός εργένη σε απόγνωση, που προσπαθεί ο δόλιος να «ανακυκλώσει» παλαιές σχέσεις του, με προφανείς σκοπούς. Πάντως, η μεταφορά μπορεί εκ μέρους του Ευ. Βενιζέλου να είναι τολμηρή, αλλά δεν είναι άτοπη. Πράγματι, για τους μισθωτούς τουλάχιστον, σεξ και φορολογία είναι πράγματα συναφή. Αυτοί που πληρώνουν, λοιπόν, θα καταλάβουν πού το πάει – οι άλλοι είναι που θα μπερδευτούν…